Η αγία ησυχία
Ο γέροντας Ελισσαίος σηκώθηκε στις τέσσερις το πρωί, βγήκε έξω από την καλύβα του, κάθισε σε μια μεγάλη άσπρη πέτρα που είχε κουβαλήσει πλάι στην πόρτα και άρχισε να μετράει τους κόμπους του κομποσκοινιού του.
Ώσπου να βγει ο ήλιος είχε μετρήσει εφτά χιλιάδες κόμπους κι ως το μεσημέρι εβδομήντα εφτά χιλιάδες. Προς το δειλινό, όμως, έχασε το μέτρημα κι έτσι άρχισε από την αρχή. Ως τα μεσάνυχτα κατάφερε να μετρήσει άλλες εβδομήντα εφτά χιλιάδες κόμπους. Έτσι πέρασε μια μέρα όμοια με χιλιάδες άλλες μέρες του γέροντα Ελισσαίου.
Κάποιο πρωί, ωστόσο, ήρθε ένας νέος καλόγερος και τον παρακάλεσε να τον δεχθεί υποτακτικό του και να τον διδάξει. Ήξερε απέξω κι ανακατωτά τις Γραφές, είπε, όμως υπήρχαν πολλά ερωτηματικά μέσα του και στοιχεία που δε μπόρεσε να ξεδιαλύνει. Τον παρακαλούσε λοιπόν να του μεταδώσει την πείρα του.
- Δίχως άλλο, άνθρωπε, θα 'σαι τρελός! του είπε ο γέρο Ελισσαίος. Ήρθες εδώ πέρα σ' αυτή την άγρια ερημιά που βασιλεύει η άγια ησυχία του θεού και με ρωτάς για τις Γραφές;

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου