SR-600 Πελοποννήσου. Μια Ωδή στη Χαρμολύπη

 


Η ιδέα του να δοκιμάσω την … τύχη μου στη Super Randonnee της Πελοποννήσου μου είχε για τα καλά καρφωθεί στο μυαλό πριν από τουλάχιστον δύο μήνες. Η Πελοπόννησος γενικότερα είναι ένα μέρος που λέει πολλά για μένα, μιας και εκεί στην ουσία έχω ζήσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου και εκεί έκανα και τα πρώτα μου ποδηλατικά ταξίδια. Το 2008 που ήμουν δάσκαλος σε ένα μικρό χωριό του νομού Ηλείας ήταν η χρονιά που, χωρίς καμία εμπειρία, καμία οργάνωση και καμία προετοιμασία, αποτόλμησα κάτι που ακόμα και σήμερα μου φαίνεται αδιανόητο: να κάνω τον γύρο της Πελοποννήσου και να συμπληρώσω 1.000 χιλιόμετρα. Υψομετρικά δεν είχα μετρήσει, δεν είχα καταγραφικό gps τότε παρά μόνο ένα απλό μικρό κοντεράκι ποδηλάτου των 10 ευρώ. Απλώς ποδηλατούσα για 23 ημέρες κάπου 40 – 50 χιλιόμετρα ημερησίως, όλο παραλιακά κάνοντας συνεχώς μπάνιο στη θάλασσα και ντουζ στις διάφορες ντουζιέρες που υπήρχαν διαθέσιμες στις παραλίες. Το ίδιο πράγμα, με τις ίδιες συνθήκες τώρα δεν θα το ξανάκανα (μάλλον), αλλά η ορμή της νιότης των 23 χρόνων τότε παράσερνε τα πάντα στο πέρασμά της.

Από το 2010 που έφυγα από εκεί, οι ποδηλατικές μου διαδρομές στο γεωγραφικό αυτό διαμέρισμα της Ελλάδας μειώθηκαν στο ελάχιστο και σχεδόν εκμηδενίστηκαν. Όσες έγιναν αφορούσαν κυρίως το βόρειο παραλιακό μέτωπο, κάτω από τον Κορινθιακό Κόλπο, με τον κλασικό και γνωστό δρόμο της παλιάς εθνικής οδού Πατρών – Κορίνθου που διέρχεται όλα τα χωριά από Αίγιο – Ακράτα – Δερβένι – Ξυλόκαστρο και τα συναφή. Κεντρική και νότια Πελοπόννησο δεν ξανάδα για 15 χρόνια. Ο καιρός γαρ εγγύς!


ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Η προετοιμασία για ένα τέτοιο εγχείρημα έχει πάντα για μένα ένα διπλό νόημα: προετοιμασία σωματική αλλά και προετοιμασία ψυχολογική. Βάζεις κάτω τα δεδομένα σου, τα πλάνα και τα σχέδιά σου και πάνω σε αυτά ξεκινάς μετά να χτίζεις τη στρατηγική που θα ακολουθήσεις. Η σωματική προετοιμασία περιλαμβάνει κάποιες ολίγον τι σκληρές διαδρομές που αναλογικά προσομοιάζουν σε ένα σούπερ 600αρι (για παράδειγμα, μερικές διαδρομές 50 χιλιομέτρων με 1.000 υψομετρικά ή μερικές 100 χιλιομέτρων με 2.000 υψομετρικά). Στις διαδρομές αυτές βλέπεις το σώμα σου πώς ανταπεξέρχεται, ελέγχεις τους χρόνους σου και τον ρυθμό σου. Το θεωρώ πολύ σημαντικό να έχει κάποιος δημιουργήσει στο μυαλό του μια τράπεζα δεδομένων σχετικά με τις επιδόσεις του (στο περίπου, έστω) προκειμένου να μπορεί πάνω – κάτω να υπολογίσει το πώς θα κινηθεί. 

Στη συνέχεια ακολουθεί η μελέτη των πλάνων και των σχεδιασμών προκειμένου να καταλήξουμε σε μια στρατηγική. Προσωπικά αποφάσισα να κάνω τη διαδρομή σόλο και με πλήρη αυτονομία ακόμα και στο θέμα του ύπνου. Ως εκ τούτου, αποκλείστηκε η δυνατότητα να κοιμηθώ σε κάποιο ξενοδοχείο και θα έπαιρνα μαζί μου τη σκηνή μου, η οποία δεν έχει τρελό βάρος (1,7 κιλά), είναι πολύ τακτοποιημένη όσον αφορά το θέμα του όγκου και θα μου έδινε την ευκαιρία να μπορώ να κοιμηθώ όπου θέλω, για όσο θέλω και όποτε θέλω. Μαζί με τη σκηνή πακέτο θα πήγαινε το υπόστρωμα και το φουσκωτό μου μαξιλάρι και, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα απολάμβανα ωραίους ύπνους στη φύση. Καλώς εχόντων των πραγμάτων…

Για το θέμα του φαγητού αποφασίστηκε, επίσης, η πλήρης αυτονομία. Ταβέρνες και εστιατόρια, γιοκ! Το φαγητό θα έπρεπε να υπολογιστεί και να κουβαληθεί. Μοναδική ίσως εξαίρεση θα γινόταν σε κάποιο φούρνο για τίποτα τυροπιτοειδή ή σε κάποιο μινι-μάρκετ για κοκα-κολα. Για να επιβραβεύσω τον εαυτό μου και να του δώσω ένα έξτρα ακόμα κίνητρο, ας πούμε, αποφάσισα το απόγευμα της δεύτερης ημέρας, εάν είχα φτάσει στην Τρίπολη, να κάνω ίσως μια επίθεση σε κάποιο σουβλατζίδικο! Ως εκεί, όμως.

Η δύσκολη εξίσωση που έπρεπε να λυθεί στη συνέχεια ήταν ο υπολογισμός των θερμίδων που έπρεπε να παίρνω ανά ημέρα προκειμένου να βγει χωρίς προβλήματα η διαδρομή. Σε λογικά πλαίσια υπολόγιζα ότι θα χρειαζόμουν τουλάχιστον 3.000 – 3.500 θερμίδες ημερησίως, χωρίς πάντως όλο αυτό να με αγχώνει ιδιαίτερα καθώς έχω εμπιστοσύνη στον μεταβολισμό μου και έχω εκπαιδεύσει τον εαυτό μου στη διαδικασία του να καταναλώνει σωματικό λίπος, όταν πρέπει, προκειμένου να περιορίζονται οι ανάγκες για φαγητό και να μην εμφανίζεται (τουλάχιστον όχι απότομα) το αίσθημα της πείνας. Την ικανότητα αυτή του οργανισμού δεν την γνώριζα ανέκαθεν, την ανακάλυψα σιγά σιγά όσο περνούσαν τα χρόνια πάνω στο ποδήλατο: παρατήρησα ότι κάνοντας πολύ ώρα απαλές περιστροφές (πολύ αερόβιο) το σώμα μου καίει άφθονο λίπος. Αντιθέτως, στα άγρια πατήματα και στα σπριντ, σε μένα τουλάχιστον, αυτή η διαδικασία σταματάει και αμέσως μετά ξεκινάω να πεινάω. Συνεπώς, επειδή μια SR-600 δεν είναι στην τελική αγώνας ταχύτητας και επειδή ούτως ή άλλως εγώ δεν είμαι από τη φύση μου γρήγορος ποδηλάτης, αποφάσισα ότι, αν το σώμα μου παίρνει κάθε ώρα περίπου 200 – 250 θερμίδες από την καύση λίπους, τότε θα είμαι πολύ καλά όσον αφορά την ποσότητα του φαγητού που πρέπει να κουβαλήσω.

Η λογική και αυτό που όλοι ξέρουμε είναι ότι η διατροφή σε τέτοιου είδους δραστηριότητα είναι υποχρεωτικό να εναλλάσσεται μεταξύ γλυκού και αλμυρού. Δεν μπορείς να τρως επί τρεις μέρες μόνο γλυκά, ούτε μόνο αλμυρά. Το πρόβλημα, ωστόσο, που υπήρχε ήταν η ούτως ή άλλως υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού στην Πελοπόννησο. Όταν σχεδίαζα τα πλάνα μου τον Μάιο δεν είχα ιδέα ότι τελικά θα φτάσω να ποδηλατώ με 47 βαθμούς (λεπτομέρειες παρακάτω), αλλά σίγουρα δεν πίστευα κιόλας ότι θα έχει δροσιά! Προφανώς περίμενα ζέστη, σίγουρα πάνω από 30 βαθμούς, οπότε τα τρόφιμα που έπρεπε να έχω μαζί μου, ειδικά τα γλυκά, απαγορευόταν να περιέχουν σοκολάτα. 

Σκεφτόμενος τι μπορώ να κάνω, θυμήθηκα τα αθάνατα πτι-μπερ Παπαδοπούλου που παίρναμε παλιά στην παραλία και τρώγαμε ολημερίς κάτω από τον ήλιο χωρίς να χαλάνε ποτέ. Πήγα κατευθείαν στο σουπερ-μάρκετ και τσέκαρα τα νούμερα: ένα πακέτο 225 γραμμαρίων περιλαμβάνει περίπου 1.000 θερμίδες! Απίστευτο! Ταυτόχρονα δίνει 140 γραμμάρια υδατάνθρακα, κάπου 24 γραμμάρια φυτικά, κυρίως, λίπη και 9 γραμμάρια πρωτεΐνη. Το ακόμα καλύτερο είναι ότι έχουν τεράστια αντοχή στη ζέστη, δεν χαλάνε στην ουσία ποτέ, ενώ τρώγονται εύκολα ακόμα και την ώρα που ποδηλατείς χωρίς να κάθονται βαριά στο στομάχι. Δύο πακέτα θα ήταν υπερ-αρκετά. Όσον αφορά τα αλμυρά, η επιλογή ήταν εύκολη για μένα: 2 πακέτα bake rolls (γεύση πίτσα και ελιά) που δίνουν περίπου 700 θερμίδες το ένα και 4 πακέτα crackers Παπαδοπούλου που δίνουν περίπου 750 θερμίδες το καθένα. Τα σνακ αυτά είναι εύκολα στη μεταφορά, δεν λιώνουν, είναι τραγανά και παρέχουν νάτριο, που είναι κρίσιμο σε συνθήκες ιδρώτα και ζέστης.

Για κανονικό φαγητό ένα τάπερ με τορτελίνια τυριού θα ήταν μια σπέσιαλ επιλογή για την πρώτη νύχτα. Θα μου έδινε εύκολα 700 – 800 θερμίδες. Για τη δεύτερη νύχτα το πρόγραμμα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, περιλάμβανε πιτόγυρα ή σουβλάκια στην Τρίπολη! Για την τελευταία μέρα δεν ανησυχούσα ιδιαίτερα, μιας και, βάσει πλάνων, προβλεπόταν να έχει μια σχετικά σύντομη διάρκεια ποδηλασίας και να φτάσω στον τερματισμό μέσα σε λογικά πλαίσια. Πιθανώς να τσιμπούσα κάτι που θα είχε μείνει στις τσάντες μου ή στην τελική να αγόραζα κάτι από κάποιον φούρνο.

Έχοντας αυτά στο μυαλό μου ξεκίνησα σιγά σιγά τις γενικότερες προετοιμασίες σχετικά με το στήσιμο που θα έπρεπε να κάνω στο ποδήλατο καθώς και το τι ακριβώς πράγματα θα πάρω μαζί μου και πώς θα τα τακτοποιήσω έτσι ώστε να μου είναι εύκολα προσβάσιμα και να μην ταλαιπωρούμαι να τα ψάχνω όταν χρειαστώ κάτι. Το set up με σχάρα πίσω είναι αυτό που έχω καταλήξει ότι μου ταιριάζει καλύτερα σε τέτοιου είδους διαδρομές. Η γεωμετρία του ποδηλάτου και το γενικότερο στήσιμό του βοηθά πολύ να έχω σχάρα καθώς δεν μου δημιουργεί προβλήματα στήριξης και έλλειψης ισορροπίας, το κέντρο βάρους παραμένει χαμηλά και γενικότερα δεν έχω αντιμετωπίσει σοβαρά θέματα όταν ταξιδεύω με αυτόν τον τρόπο. Στη σχάρα τοποθετήθηκε διπλή τσάντα: στη μία μεριά μπήκαν όλα τα τρόφιμα, ενώ στην άλλη ο ρουχισμός. Τρία κολάν, δύο jersey, τρία ζευγάρια κάλτσες, ένα απλό σορτς για ύπνο τη νύχτα, το φουσκωτό μου μαξιλάρι και η αλουμινοκουβέρτα. Πάνω στη σχάρα δέθηκαν με τρία απλά χταπόδια η σκηνή, το υπόστρωμα και ένα ζευγάρι σαγιονάρες για πιο μεγάλη άνεση στην κατασκήνωση. Στα δύο τσαντάκια του σκελετού μπήκαν powerbanks, κινητό, σαμπρέλες, μερικά χρήματα και κάρτες. Μπροστά στο τιμόνι δέθηκε με δεματικό η…Χαρούλα η καμηλοπάρδαλη, δώρο της μικρότερης κόρης μου, που θέλει κάποτε να κάνουμε μαζί μια Super Randonnee, οπότε έστειλε τώρα την καμηλοπάρδαλη για να δει τη διαδρομή και να της πει τα νέα!

                    Η Χαρούλα πρώτη θέση ταξιδεύει στην Πελοπόννησο!

Το τελικό στήσιμο του ποδηλάτου είχε ολοκληρωθεί και θα ταξίδευα ακριβώς έτσι:



Η διαδρομή προφανώς είχε μελετηθεί και αναλυθεί διεξοδικά. Με ενδιέφεραν, κυρίως, πιθανά σημεία διανυκτέρευσης, τα οποία θα ήταν, κυρίως, σε ξωκλήσια ή σε κάποιο κιόσκι ή έστω και στην πλατεία ενός μικρού χωριού. Βρέθηκαν, όντως, αρκετά τέτοια σημεία τα οποία κράτησα στο μυαλό μου προκειμένου να οργανωθεί σωστά το ταξίδι. Το γεγονός ότι για ύπνο είχα καταλήξει στο να μεταφέρω τη σκηνή, είχε ένα μειονέκτημα (το βάρος της σκηνής δεν το θεωρώ τέτοιο γιατί είναι πράγματι πανάλαφρη) και ένα πλεονέκτημα: το μειονέκτημα είναι ότι το σημείο που θα βρεις να κοιμηθείς πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνει ησυχία και νερό. Το πρώτο πράγμα που θες να κάνεις μετά από 200+ χιλιόμετρα και σχεδόν 5.000 υψομετρικά είναι να πλυθείς για να αναζωογονηθείς και αμέσως μετά να φας και να κοιμηθείς ήσυχα, χωρίς ενοχλήσεις. Άρα, το μέρος της κατασκήνωσης θα πρέπει να το έχεις βρει από νωρίτερα πολύ προσεκτικά. Το πλεονέκτημα είναι ότι, σε αντίθεση με ένα ξενοδοχείο, δεν σε δεσμεύει να φτάσεις κάπου οπωσδήποτε. Όσο μπορείς κάνεις ποδήλατο, όταν κουραστείς και δεν μπορείς άλλο, απλώς αράζεις κάπου όμορφα, στήνεις και κοιμάσαι. Απλά τα πράγματα.

Πιθανά σημεία διανυκτέρευσης κατά μήκος αυτής της τεράστιας διαδρομής στην κεντρική Πελοπόννησο βρέθηκαν άφθονα. Ήσυχα εκκλησάκια μέσα σε ελαιώνες ή στο δάσος, σχεδόν όλα περιφραγμένα και με παροχή νερού. Μερικά μάλιστα είχαν και ρεύμα, οπότε θα μπορούσα ίσως και να φορτίσω κάποια συσκευή! Όταν σε μια τέτοια διαδρομή εντοπίσεις αρκετά τέτοια σημεία, οπωσδήποτε σου φεύγει σχεδόν όλο το άγχος σχετικά με το που θα τη βγάλεις τη νύχτα. Γιατί, είπαμε, μία Super Randonnee δεν είναι ένα απλό ποδηλατικό ταξίδι όπου μπορείς να κάνεις, ας πούμε, 50 – 60 χιλιόμετρα τη μέρα και μετά να αράξεις μέχρι την επόμενη απολαμβάνοντας την ηρεμία της φύσης και αναζητώντας ένα ωραίο σημείο για να κοιμηθείς. Σε μια Super Randonnee καλείσαι να βγάλεις 200+ δύσκολα χιλιόμετρα ημερησίως και, οπωσδήποτε, όταν βραδιάσει θες εκεί που θα φτάσεις να κοιμηθείς χωρίς χρονοτριβές.

Το τελικό μου πλάνο και η γενικότερη στρατηγική είχε ως εξής: να φτάσω το πρώτο βράδυ μέχρι τουλάχιστον το χιλιόμετρο 210 (πιθανώς και μέχρι το χιλιόμετρο 260 καθώς από το 210 μέχρι το 260 ήταν κατηφορικά χιλιόμετρα με αρκετές επιλογές διανυκτέρευσης στη φύση). Το δεύτερο βράδυ να ήμουν τουλάχιστον στο 470 πριν την Ελάτη, όπου είχα εντοπίσει ένα υπέροχο σημείο για να βγάλω τη νύχτα και να μου μείνουν μετά μόνο 140 χιλιόμετρα την τελευταία ημέρα μέχρι τον τερματισμό στο Ξυλόκαστρο.


ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ


Στο μυαλό μου είχε κλειδώσει η ημερομηνία και ώρα εκκίνησης, αρκετό καιρό πριν. Πέμπτη 26 Ιουνίου στις 5:00 το πρωί. Δεν είχα και ιδιαίτερα άλλα περιθώρια καθώς το πρόγραμμά μου μετά άλλαζε και θα πήγαινε πολύ μακριά. Οι πολύ πρωινές εκκινήσεις σε τέτοιου είδους δοκιμασίες μου αρέσουν ιδιαίτερα για τον απλό λόγο ότι προσωπικά επενδύω πάρα πολλά στην πρώτη μέρα. Είσαι ξεκούραστος, μυαλό και σώμα είναι στην καλύτερη ιδανική κατάσταση και απλώς καλείσαι να καταβροχθίσεις όσο το δυνατόν περισσότερα χιλιόμετρα μπορείς μέχρι να σε βρει η νύχτα. Άλλοι φίλοι που έχω συζητήσει προτιμούν να ξεκινούν αργά την πρώτη μέρα προκειμένου να έχουν άνεση χρόνου προς το τέλος. Όπως βολεύεται εξυπηρετείται ο καθένας, γούστα είναι αυτά άλλωστε. 

Με εκκίνηση στις 5:00 το πρωί, λοιπόν, από το Ξυλόκαστρο, θεωρούσα πιθανότατο και άκρως βολικό το σενάριο να κάνω τουλάχιστον 250 χιλιόμετρα την πρώτη μέρα και να κατασκηνώσω το βράδυ κάπου στο δάσος της Λυκόσουρας, εκεί που υπάρχει η αρχαία Λυκόσουρα, μία από τις πιο παλιές πόλεις στην ιστορία της ανθρωπότητας και σίγουρα η πιο παλιά πόλη στον ελληνικό χώρο. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι «η  Λυκόσουρα είναι η αρχαιότερη απ' όλες τις πόλεις που υπήρξαν ποτέ πάνω σε ηπειρωτική ή νησιωτική γη, η πρώτη πόλη που είδε το φως του ηλίου· χρησίμεψε ως το υπόδειγμα για τη δημιουργία άλλων πόλεων». Ιδρύθηκε από τον Λυκάονα, γιο του Πελασγού, ο οποίος ήταν εκείνος που έμαθε στους ανθρώπους να φτιάχνουν καλύβες και να φοράνε δέρματα ζώων ως ρούχα. Οι άνθρωποι ως τότε κατοικούσαν γυμνοί στη φύση και στις σπηλιές. Τι πιο όμορφο και σημαδιακό μέρος για να περάσει εκεί τη βραδιά του ένας μοναχικός ταξιδευτής ποδηλάτης…

Την επόμενη ημέρα θα έφευγα πάλι νωρίς το πρωί με σκοπό να καλύψω ακόμα 210 χιλιόμετρα μέχρι την Ελάτη. Εκεί, όπως ανέφερα παραπάνω, είχα εντοπίσει ένα καταπληκτικό σημείο διανυκτέρευσης στο υπόστεγο ενός ξωκλησιού που διέθετε και δύο βρύσες με άφθονο κρύο τρεχούμενο νερό. Μερικές μέρες πριν τη δική μου προσπάθεια, μία άλλη ομάδα φίλων ποδηλατών έκανε τη συγκεκριμένη SR-600 και τους ζήτησα, αν θυμηθούν, να τσεκάρουν το σημείο και όντως, πολύ ευγενικά, ανταποκρίθηκαν και μου έστειλαν φωτογραφίες. Ήταν, όντως, ιδανικό.

Για την τρίτη και τελευταία ημέρα θα απέμεναν μόνο 140 χιλιόμετρα τα οποία, εκτός από την ανάβαση στο Μαίναλο και μερικά ακόμα μικρά «καρφωματάκια», ήταν κυρίως κατηφορικά. Ο χρόνος που θα είχα στη διάθεση μου θα ήταν τουλάχιστον 10 ώρες, ίσως και παραπάνω. Οπότε θεωρούσα ότι δεν θα έχω πρόβλημα να τερματίσω εντός ορίου.

Να σημειώσω εδώ ότι οι τόσο πρωινές ώρες αναχώρησης καθημερινά είχαν και στόχο να βγαίνουν οι μεγάλες αναβάσεις της μέρας σχετικά νωρίς το πρωί, μέχρι τις 10 – 11 η ώρα, προτού προλάβει ο ήλιος να ανέβει ψηλά και να πιάσει η μεγάλη ζέστη. Κυρίως η θηριώδης ανάβαση του Χελμού την πρώτη μέρα με τα 2.100 υψομετρικά σε 41 χιλιόμετρα δεν θα ήθελα να με βρει με τίποτα να κυττάζω καρσί τον ήλιο.


ΕΚΤΕΛΕΣΗ

(εκτέλεση με την κυριολεκτική σημασία του όρου! "δεύτε τελευταίον ασπασμόν")


Οι μέρες περνούσαν μεταξύ σχολείου και καθημερινής προετοιμασίας. Έγιναν επιτυχώς μερικές κάπως απαιτητικές διαδρομές με το ποδήλατο φορτωμένο, όπως ακριβώς θα ταξίδευε στην Πελοπόννησο, και όλα πήγαν καλά. Είχα καταλήξει στο πλάνο μου, ήμουν ήσυχος και αρκετά σίγουρος ότι πάνω – κάτω είχαν προβλεφθεί πολλά πράγματα και είχα μέσα μου τη βάσιμη ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά.

Τα δεδομένα ξεκίνησαν δραματικά να αλλάζουν μόλις μπήκαμε στο τρίτο δεκαήμερο του Ιουνίου. Παρακολουθούσα καθημερινά τις διάφορες προβλέψεις καιρού, αυτές που αφορούσαν κυρίως την Πελοπόννησο, έδιναν καλές μέρες με θερμοκρασίες μάξιμουμ 32 – 34 βαθμούς, μέχρι που ξαφνικά, κάποιοι λίγοι στην αρχή και στη συνέχεια όλο και περισσότεροι, μιλούσαν για ένα διήμερο με συνθήκες καύσωνα στις 26 και 27 του μηνός. «Ε, δεν είναι δυνατόν», σκέφτηκα. «Εμένα βρήκαν;». Επειδή, όπως προείπα, γνωρίζω καλά και για πολλά χρόνια τι εστί ο συνδυασμός καύσωνας και Πελοπόννησος, είχα αρχίσει κάπως να ανησυχώ, ειδικά όσο πλησίαζε η ημερομηνία εκκίνησης και οι προβλέψεις πλέον γίνονταν όλο και πιο ασφαλείς. Γενικά στους μετεωρολόγους δεν έχω και ιδιαίτερη εμπιστοσύνη, influencers έχουν καταντήσει οι περισσότεροι από αυτούς που θέλουν γενικώς να κάνουν θόρυβο και να λένε βαρύγδουπα πράγματα, αλλά μετά τις 22 – 23 Ιουνίου το έβλεπα κι εγώ ότι η θερμοκρασία τσιμπάει καθημερινά προς τα πάνω. Για την πρώτη μέρα του ταξιδιού μου προβλεπόταν να ακουμπήσει τους 40 βαθμούς, τη δεύτερη μέρα να τους ξεπεράσει και την τρίτη να αρχίσει να υποχωρεί. 

Σκέφτηκα όλα τα ενδεχόμενα. Αρχικά να μεταφέρω την ώρα εκκίνησης στις 3:00 τα χαράματα προκειμένου να κερδίσω δύο έξτρα ώρες, αλλά γρήγορα το άφησα καθώς θεώρησα (σωστά, μάλλον) ότι ξεκινώντας τόσο νωρίς και με έλλειψη ύπνου ίσως είχα τα αντίθετα αποτελέσματα. Το άλλο σενάριο που επεξεργάστηκα ήταν να ξεκινήσω τελικά δώδεκα ώρες αργότερα, στις 5:00 το απόγευμα αντί για τις 5:00 το πρωί, αλλά εκεί έκανα πίσω λόγω του ότι θα έχανα κυριολεκτικά τα πάντα από άποψη ομορφιάς τοπία στα βουνά, θα καθυστερούσα υπερβολικά στις γρήγορες καταβάσεις καθώς αναγκαστικά θα πήγαινα φρεναριστός μέσα στη νύχτα και γενικότερα ο χρόνος θα γινόταν εχθρός κάποια στιγμή. 

Αποφάσισα τελικά να παραμείνω στο αρχικό πλάνο, να ξεκινήσω στις 5:00 το πρωί και, αν χρειαστεί, να διακόψω λόγω ζέστης για κάποιες ώρες το μεσημέρι, να τις αναπληρώσω με τις αντίστοιχες ώρες νυχτερινής ποδηλασίας. Είναι γενικός κανόνας, βέβαια, ότι αυτές οι γρήγορες αλλαγές της τελευταίας στιγμής σε ένα κατασταλαγμένο και καλά μελετημένο πλάνο συνήθως δεν πάνε καλά, αλλά δεν είχα και κάτι άλλο να κάνω.

Πέμπτη 26 Ιουνίου, ώρα 05:00 το πρωί, Ξυλόκαστρο. Εκκίνηση. Η ψυχολογία γενικώς στα ύψη, σωματικά ένιωθα σε τρομερή κατάσταση. Ενόψει ζέστης είχα ακολουθήσει ένα πλάνο δύο ημερών εντατικής ενυδάτωσης με άφθονα νερά, ηλεκτρολύτες και απεριόριστες ποσότητες καρπουζιού που, σε μένα τουλάχιστον, λειτουργεί απίστευτα καλά όσον αφορά την ενυδάτωση. Είχα ξεκουραστεί και κοιμηθεί αρκετά τις τελευταίες μέρες, γενικώς είχα κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι μου έτσι ώστε, ακόμα κι αν «πέσω», να πω τουλάχιστον ότι «έπεσα όρθιος»!

Ξεκίνησα με μια απαλή πρωινή υγρασία στο νότιο Κορινθιακό με τη θερμοκρασία να είναι στους 25 βαθμούς. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου είχαν ξεκινήσει να ζωγραφίζουν ψηλά τον ουρανό και έδιναν μια όμορφη παλέτα στον ορίζοντα. Πέρασα γρήγορα κατά σειρά τη Λυκοποριά και το Δερβένι και έφτασα στην Αιγείρα με την καινούρια μέρα να χαράζει πλέον για τα καλά.


            Ξημέρωμα κάπου μεταξύ Δερβενίου και Αιγείρας

Η συγκεκριμένη Super Randonnee έχει την περίεργη ιδιαιτερότητα ότι τα πρώτα 28 χιλιόμετρα μέχρι την Αιγείρα είναι εντελώς φλατ, λες και τρέχεις σε ποδηλατοδρόμιο. Ωστόσο, αμέσως μετά, στιγμιαία και απότομα, ξεκινάει μια από τις σκληρότερες αναβάσεις στον ελλαδικό χώρο μήκους 41 χιλιομέτρων (με ένα ανεπαίσθητο μικρό κατηφορικό τμήμα κάπου στη μέση) που σε φτάνει μέχρι την κορυφή του Χελμού. Τα 41 αυτά χιλιόμετρα προσθέτουν πάνω από 2.100 θετικά υψομετρικά και είναι ικανά να σε σκοτώσουν αν δεν κάνεις σωστή διαχείριση δυνάμεων και ενέργειας. Ξεκίνησα αργά αργά και σταθερά τη μακρά ανάβαση με ήρεμες περιστροφές στο πετάλι χωρίς δυνατά πατήματα. Ήξερα ότι όσο και να πατήσω, όσο και να ζοριστώ, ό,τι τέλος πάντων και αν κάνω, ο χρόνος της ανάβασης θα είναι σχεδόν ο ίδιος. Οπότε, χαλάρωσε φίλε μου, είπα στον εαυτό μου και κούνα αργά και σταθερά τα ποδαράκια σου!

Το πρώτο κομμάτι της ανάβασης μέχρι το χωριό Βαλιμή βγήκε σε λιγότερο από 2 ώρες.


            

Ακολούθησε ένα μικρό κατηφορικό τμήμα, στάση σε μια όμορφη πέτρινη βρύση και αμέσως μετά το δεύτερο και δυσκολότερο κομμάτι της ανάβασης από την Περιστέρα μέχρι το ξεκόρφισμα στον Χελμό. Τα καλά νέα ήταν ότι ήμουν εντελώς μέσα στους χρόνους που είχα υπολογίσει. Αν έφτανα στην κορυφή μέχρι τις 10:30 το πρωί θα ήμουν πολύ χαρούμενος. Η ανάβαση ήταν τρομερά σκληρή αλλά η θέα από ψηλά και οι εικόνες που έπαιρνε το μάτι αποζημίωναν πολύ και εξισορροπούσαν την κατάσταση.


    Συνεχείς σκληρές κλίσεις και χαώδεις κορυφές του Χελμού

 Εκείνο το ακραίο συναίσθημα που, ρίχνοντας το βλέμμα προς τα κάτω, συνειδητοποιείς από πού ξεκίνησες, πού έχεις ανέβει και ότι χρειάζεσαι κι άλλο ακόμα μέχρι να ξεκορφίσεις...

Κάποια στιγμή κύτταξα μπροστά μου και είδα ότι πλέον είχα φτάσει στην κορυφή! Τσέκαρα το ρολόι, έδειχνε 10:30! Τέτοια τάξη, τέτοια αλφαδιά! Κάνοντας κανείς μια τέτοια διαδρομή παίρνει απίστευτο θάρρος και δύναμη όταν αντιλαμβάνεται ότι ο σχεδιασμός του πάει σύμφωνα με τους αρχικούς του υπολογισμούς.


    Άφιξη στην κορυφή του Χελμού μετά από 41 χλμ και 2.100 θετικά μέτρα ανάβασης

                                            Στο υψηλότερο ασφάλτινο πέρασμα της Πελοποννήσου

Πλέον ήξερα ότι, σε πρώτη φάση τουλάχιστον, τα δύσκολα της πρώτης μέρας είχαν πια περάσει. Θα ακολουθούσε η μεγάλη κατάβαση μέχρι τα Καλάβρυτα και στη συνέχεια η, σε γενικές γραμμές, εύκολη σχετικά πορεία μέχρι τη γέφυρα του Αλφειού στο χιλιόμετρο 190. Ξεκινώντας την γρήγορη κατάβαση για τα Καλάβρυτα, σταμάτησα στο δεύτερο σημείο κοντρόλ λίγο πριν το χιονοδρομικό. Ανοίγω την τσάντα του σκελετού για να βγάλω το καρτελάκι που πρέπει να φαίνεται στις φωτογραφίες. Το καρτελάκι άφαντο! Σίγουρα θα μου έπεσε μετά το κοντρόλ εκκίνησης στο Ξυλόκαστρο. Με βάση τους κανονισμούς, το καρτελάκι πρέπει υποχρεωτικά να φαίνεται στις φωτογραφίες των κοντρόλ. Όλοι το πιάνουν στον σκελετό του ποδηλάτου με δεματικό, εκτός από εμένα! Είμαι βλαμμένος; Δεν ξέρω! Απλώς δεν μου αρέσει να το έχω μόνιμα δεμένο στο ποδήλατο. Όσοι είχατε διαβάσει την εξιστόρηση της Super Randonnee του Πηλίου, θα θυμάστε ότι το ίδιο είχα πάθει κι εκεί! Το έχασα αλλά ευτυχώς τότε υπήρξε ο Μηνάς που είχε μείνει πιο πίσω, το βρήκε τυχαία και μου το έφερε! Τώρα; «Πού είσαι, Μηνά;», σκέφτηκα και γέλασα! Εσύ, ο αναγνώστης, τώρα μπορεί και να αγχώθηκες για το τι τέλος πάντων θα συνέβη, εγώ όμως καθόλου. «Το καλό το ραντονέρικο παλικάρι, ξέρει κι άλλο μονοπάτι!», είπα γελώντας και έβγαλα ένα δεύτερο, αναπληρωματικό ταμπελάκι που είχα πάρει μαζί! Άντε γεια! ο θρίαμβος της οργάνωσης! Μόνο να είχα το μυαλό μου να μη χάσω κι αυτό!

Φεύγοντας από το σημείο κοντρόλ (σιγουρεύτηκα ότι έβαλα το καρτελάκι πάλι στη θέση του!) πήρα μια τρομερά απότομη κατηφόρα για Καλάβρυτα. Τότε συνέβη κάτι που άνετα θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε σοβαρό ατύχημα, αλλά ευτυχώς όλα πήγαν καλά γιατί, έστω και λίγο, την υποψιάστηκα τη δουλειά. Περνώντας με μεγάλη ταχύτητα ένα κοπάδι πρόβατα που έβοσκε έξω από τον δρόμο, χαιρέτησα τον βοσκό αλλά μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι δεν είχε μαζί σκυλιά. «Μήπως θα είναι πουθενά παρακάτω», σκέφτηκα και στιγμιαία μείωσα ταχύτητα. Ήμουν απλά πολύ τυχερός που δεν συνέχισα με 60 – 70 χιλιόμετρα που είχα πιάσει σε εκείνη την κατηφόρα. Σκυλιά δεν έβλεπα πουθενά. Στη μέση του δρόμου κάποια δέντρα έριχναν τους ίσκιους τους. Δεν πρόλαβα καν να σκεφτώ ότι η ώρα δεν επιτρέπει να υπάρχει ίσκιος στον δρόμο γιατί όλοι οι ίσκιοι σηκώθηκαν και άρχισαν να τρέχουν εναντίον μου γαβγίζοντας! Μαύρα τεράστια τσοπανόσκυλα που ήταν ξαπλωμένα στον δρόμο και άνετα θα έπεφτα πάνω τους αν συνέχιζα να τρέχω μανιωδώς και δεν είχα τον νου μου. Σταμάτησα ακαριαία, πολεμήσαμε γενναία (μείναμε σε λεκτική αντιπαράθεση με γαβγίσματα από τη μία πλευρά και καντήλια από την άλλη) και τελικά συμφωνήσαμε ότι δεν συμφέρει κανέναν να περάσουμε και σε σωματική πάλη γιατί οι μεν έχουν δόντια αλλά οι δε έχουν πέτρες. Έτσι υπογράψαμε ανακωχή και πήρε ο καθένας τον δρόμο του. Η αλήθεια είναι ότι για αρκετή ώρα σκεφτόμουν πόσο σοβαρά θα μπορούσαν να γίνουν τα πράγματα αν δεν με είχαν αντιληφθεί για να σηκωθούν και να μου ορμήξουν. Πιθανότατη η σύγκρουση, ήταν πραγματικά σαν ίσκιοι δέντρων στον δρόμο.

Συνέχισα κατηφορικά για Καλάβρυτα. Οι θερμοκρασιακές συνθήκες ήταν απλώς άριστες. Κατέβαινα με 29 βαθμούς στις 11 το πρωί. Μήπως οι μετεωρολόγοι για άλλη μία φορά τρομοκρατούσαν άσκοπα τον κόσμο;

Φευ! Προσεγγίζοντας όλο και περισσότερο τα Καλάβρυτα ένιωθα τη θερμοκρασία να ανεβαίνει ανά 1 βαθμό κάθε 5 λεπτά και ζεστό, πολύ ζεστό αέρα να φυσάει. Μέσα στην όμορφη αυτή κωμόπολη το ρολόι μου έγραψε 37 βαθμούς. Δεν το πίστευα, αλλά το έβλεπα. Το μεγάλο υψόμετρο του Χελμού με είχε ξεγελάσει για τα καλά. «Τώρα ξεκινάνε τα ωραία!», σκέφτηκα. Σταμάτησα σε έναν φούρνο και πήρα μια κασερόπιτα για να πνίξω τον καημό μου.

Έφυγα γρήγορα από τα Καλάβρυτα. Ήξερα πλέον πολύ καλά, ότι ποδηλατώντας μέσα και γύρω στο οροπέδιο όπου οι θερμοκρασίες το καλοκαίρι εγκλωβίζονται και κυριολεκτικά βράζει ο τόπος, τα πράγματα δεν θα είναι καθόλου ευχάριστα. Περνώντας το χωριό Πριόλιθος σκέφτηκα ότι θα πρέπει να μετονομαστεί σε Πυρόλιθος. Εκεί είδα για πρώτη φορά τη θερμοκρασία στους 41 βαθμούς. Και ακολουθούσε η σκληρή, αν και σύντομη σχετικά, ανάβαση των 10 χιλιομέτρων για την Ανάσταση.


                'Εχω την εντύπωση ότι η φωτογραφία από μόνη της αναδύει ένα κύμα καύσωνα... 

Η ώρα ήταν περίπου 1:00 το μεσημέρι, ολόκληρο το βουνό έδειχνε να αναδύει μια απύθμενη ζέστη λες και ετοιμαζόταν να εκραγεί ηφαίστειο. Το ενθαρρυντικό ήταν ότι έβρισκα κάθε λίγα χιλιόμετρα πηγές με καλό νερό και σταματούσα οπωσδήποτε βάζοντας ολόκληρο το κεφάλι από κάτω. Σε τέτοιες περιπτώσεις η ρύθμιση της θερμοκρασίας του κεφαλιού είναι καθοριστικός παράγοντας. Παγώνεις το κεφάλι και τον αυχένα, νόμος. Δεν πρόκειται να πάθεις ούτε ηλίαση, ούτε θερμοπληξία.

Κάποια στιγμή έφτασα επιτέλους στην περιβόητη Ανάσταση με την κατηφόρα της που, ακόμα και στη δύσκολη κατάσταση που ήμουν, προτιμούσα να είναι ανηφόρα. Ένας άθλιος τσιμεντόδρομος με κλίση 15% που κάνει τα χέρια στο τιμόνι να μουδιάζουν από το σφίξιμο στα φρένα μέσα σε ένα λεπτό και ολόκληρο το σώμα να πονάει από τους κραδασμούς. Απορώ που οι κάτοικοι αυτού του χωριού δέχονται το 2025 να έχουν τέτοια πρόσβαση στον τόπο τους. Τι να πω…

Το καλό ήταν ότι στο κέντρο του χωριού υπήρχε άλλη μία σωτήρια βρύση. Η διαδικασία τηρήθηκε κανονικά, στάση, κεφάλι από κάτω, γέμισμα τα παγούρια και δρόμο. Είχα αποφασίσει να σταματώ σε κάθε πηγή που θα συναντώ στον δρόμο μου, τουλάχιστον μέχρι το απόγευμα, αδιαφορώντας πια ότι αυτό σίγουρα θα επηρέαζε τον χρόνο μου.

Ώρα 2:00 το μεσημέρι, η θερμοκρασία σταθερά στους 44 βαθμούς. Καμία πατρίδα για τους μελλοθάνατους. Αποφάσισα να κλειδώσω τελείως το μυαλό μου, να μην αφήνω γενικές σκέψεις και ερεθίσματα να το απασχολούν και απλώς να ποδηλατώ από πηγή σε πηγή. Η προσεκτική μελέτη της διαδρομής τις προηγούμενες μέρες με είχε οδηγήσει στο να ξέρω σχεδόν όλες τις βρύσες της Πελοποννήσου! Συνέχισα για Λάμπεια, μία ακόμα ανηφόρα με περίμενε. Στην είσοδο του χωριού υπάρχει μια διπλή κρήνη νερού, μια ποιότητα νερού που δεν θυμάμαι εύκολα να έχω ξανασυναντήσει. Σταμάτησα και πάλι και αυτή τη φορά μπήκα ολόκληρος μέσα! Μπάνιο κανονικό! Το νερό παγωμένο κυλούσε σε όλο το σώμα, το ξυπνούσε και του έδινε ζωή. Μνημόνευσα την ψυχούλα του Χρήστου, ένα παλικαράκι 37 χρονών που όπως μας πληροφορεί η μαρμάρινη επιγραφή δίπλα στη βρύση έχασε κάποτε την ομορφιά της ζωής εκεί στην περιοχή και οι γονείς του έχτισαν την πηγή για να δροσίζονται οι περαστικοί. Πήρα χρόνια ζωής είναι η αλήθεια από τη βρύση αυτή και θα τη θυμάμαι για όσο ζω.

Συνέχισα πλέον σε ήπια διαδρομή, σχεδόν μόνιμα κατηφορική για περίπου 50 χιλιόμετρα περνώντας από το όμορφο δάσος της Φολόης και φτάνοντας μέχρι τα Άσπρα Σπίτια. Δυστυχώς, όσο εύκολη και να ήταν η διαδρομή στο σημείο αυτό, η αφόρητη ζέστη ήταν πανταχού παρούσα. Η θερμοκρασία δεν έπεφτε ούτε έναν βαθμό κάτω.

Περίπου στις 7:00 το απόγευμα έφτασα στη βάση της ανάβασης για το χωριό Καλλιθέα. Θερμοκρασία 42 βαθμοί. Είχα διανύσει περίπου 190 χιλιόμετρα σε 14 ώρες. Δεδομένων των συνθηκών δεν θα έλεγα ότι ήμουν σε άσχημη μοίρα, όσον αφορά τον χρόνο, ωστόσο, ήμουν εμφανώς σε άσχημη μοίρα όσον αφορά την κατάσταση που βρισκόμουν. Κάποιος φίλος παλιότερα είχε γράψει για το συγκεκριμένο χωριό, την Καλλιθέα, ότι για να λέγεται έτσι σίγουρα θα έχει καλή θέα, άρα θα είναι ψηλά. Η αλήθεια είναι ότι ιδιαίτερα ψηλά δεν είναι, αλλά η ανηφόρα για να τη φτάσεις τσακίζει. Είναι κάπου 6 χιλιόμετρα με 400 θετικά υψομετρικά. Έχοντας ήδη 190 χιλιόμετρα στα πόδια με τουλάχιστον 7 συνεχόμενες ώρες υπό θερμοκρασίες άνω των 40 βαθμών, όντως με τσάκισε. Λίγο πριν φτάσω στο χωριό, μπήκα μέσα σε έναν ελαιώνα και ξάπλωσα στους ίσκιους των δέντρων για να συνέλθω λίγο.

Τότε ήταν που πήρα την απόφαση να αλλάξω το πλάνο και να κοιμηθώ εκεί για λίγες ώρες. Καταλάβαινα, το ένιωθα ότι δεν μπορώ να τραβήξω άλλο και το καλύτερο πράγμα που θα είχα να κάνω είναι να μείνω εκεί για να πάρω δυνάμεις. Για την ακρίβεια όχι μέσα στο χωράφι, αλλά σε ένα μικρό εκκλησάκι που ήξερα ότι υπάρχει μερικά μέτρα πιο πάνω. Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα προς τα εκεί. Το μέρος ήταν πολύ ήσυχο, με γρήγορες κινήσεις έστησα τη σκηνή και αναζήτησα κάποια βρύση στην αυλή. Δεν υπήρχε. Δοκίμασα να μπω μέσα στην εκκλησία, ευτυχώς ήταν ξεκλείδωτη η πόρτα. Μπήκα και κατευθύνθηκα προς το ιερό όπου ξέρω ότι σχεδόν πάντα κάτι υπάρχει από νερό, ακόμα και αν δεν έχει παροχή νερού ο ναός σίγουρα υπάρχει ένα δοχείο ή μπουκάλια που χρησιμεύουν έτσι ώστε να πλένει συνήθως τα χέρια του ο ιερέας κατά τη διάρκεια των ακολουθιών. Και, ω του θαύματος, όντως στον τοίχο του ιερού υπήρχε κρεμασμένο ένα μεγάλο μεταλλικό παγούρι, άνω των 10 λίτρων, γεμάτο με νερό. Με προβληματισμό αλλά και με ελπίδα ότι δεν διαπράττω κάποια άσχημη πράξη απέναντι σε αυτούς τους ευσεβείς ανθρώπους που κουβάλησαν το νερό ως εκεί, μιας και βρισκόμουν όντως σε δύσκολη στιγμή, πήρα όλο το μεταλλικό αυτό δοχείο, βγήκα έξω και το έριξα αργά αργά όλο επάνω μου, από το κεφάλι μέχρι τα πόδια. Ήταν δροσερό. Στη συνέχεια σκουπίστηκα με την πετσέτα μου, μπήκα πάλι μέσα και επέστρεψα το δοχείο στη θέση του. Άδειο, βέβαια. Άφησα και 2 ευρώ στο παγκάρι του ναού, δεν ήξερα πώς αλλιώς να ξεπληρώσω την πράξη μου. Όχι απέναντι στον θεό, αυτός δεν ζητάει τέτοια ούτε μας ξεσυνερίζεται αν πάρουμε το νερό της εκκλησίας για να επιβιώσουμε. Αλλά πιο πολύ απέναντι στους ανθρώπους, που σίγουρα θα λυπηθούν ή θα απορήσουν αν την επόμενη μέρα πάνε στο σημείο και βρουν το δεκάλιτρο δοχείο άδειο και ένα ταπεινό δίευρο στο παγκάρι.

Ξάπλωσα μέσα στη σκηνή, στο πίσω μέρος του ναού και έκλεισα τα μάτια. Και τότε, δυστυχώς, αντιλήφθηκα ότι δεν πρόκειται να κοιμηθώ με τίποτα. Αν έξω είχε 45 βαθμούς, μέσα στη σκηνή μπορεί και να είχε 65. Οι πλαϊνές κουνουπιέρες της σκηνής δεν άφηναν τον αέρα να περνάει, με αποτέλεσμα να τη μετατρέπουν σε φούρνο. Μόλις τις άνοιξα, ο αέρας μπήκε και ήταν σχεδόν τέλεια, αλλά ταυτόχρονα έμπαιναν μέλισσες και σφήκες. Αποφάσισα να παραμείνω στο σημείο μέχρι να συνέλθω για τα καλά και μετά να συνεχίσω. Άλλωστε ήθελα περίπου μόνο 15 χιλιόμετρα ακόμα για να φτάσω στον πρώτο πιθανό τόπο κατασκήνωσης που είχα σημειώσει. Ένα μικρό ξωκλήσι μετά την Ανδρίτσαινα, όπου εκεί λόγω υψομέτρου θα είχα μια πολύ πιο ευχάριστη και δροσερή νύχτα.

Έτσι κι έκανα. Έμεινα εκεί περίπου για δύο ώρες. Έφαγα λίγο από το φαγητό μου και συνήλθα σε μεγάλο βαθμό. Κατά τις 9:00 το βράδυ τα μάζεψα όλα, καβάλησα και συνέχισα. Φτάνοντας στην Ανδρίτσαινα (χλμ 213) αποφάσισα να σταματήσω εκεί για τη νύχτα. Η ώρα κόντευε 11:00 και τα κουράγια είχαν πλέον λιγοστέψει επικίνδυνα. Το ξωκλήσι που είχα κατά νου απείχε τουλάχιστον 10 χιλιόμετρα ανηφόρας, οπότε προτίμησα αλλαγή πλάνων. Στην είσοδο της Ανδρίτσαινας έστησα για άλλη μια φορά την ταπεινή σκηνούλα μου, ξάπλωσα μέσα, έβαλα ξυπνητήρι για τις 4:00 το πρωί και δεν θυμάμαι σε πόσα μιλισεκόντ με πήρε ο ύπνος!

Ξύπνησα από μόνος μου στις 2:28. Το θυμάμαι χαρακτηριστικά αυτό το 2:28 γιατί ένιωθα περιέργως πάρα πολύ φρέσκος και ξεκούραστος, σαν μην είχα ποδηλατήσει καθόλου μέχρι εκείνη τη στιγμή. Σκέφτηκα να πιέσω τον εαυτό μου να μείνω ξαπλωμένος και να προσπαθήσω να κοιμηθώ για τουλάχιστον μία ώρα ακόμα γιατί η επόμενη μέρα προβλεπόταν ακόμα πιο δύσκολη. Από την άλλη, όμως, το ζύγισα ξανά και είπα ότι, αφού το σώμα λέει «εντάξει», εγώ γιατί να του το χαλάσω; Σηκώθηκα και βγήκα έξω. Μάζεψα γρήγορα σκηνή, υπόστρωμα και μαξιλάρι, ντύθηκα με καινούρια φρέσκα ρούχα και έφυγα.

Ανηφόριζα σε αρκετά απαλές κλίσεις, οι οποίες όμως είμαι σίγουρος δεν θα μου φαίνονταν καθόλου απαλές αν τις είχα κάνει τελικά χωρίς προηγουμένως να κοιμηθώ. Και τότε ήταν που άκουσα για πρώτη φορά μετά από χρόνια το τραγούδι των τσακαλιών. Αυτός ο αρχέγονος θρήνος της χαμένης φυλής που αναπολεί εκείνες τις πρώτες της μνήμες. Τότε που ήταν λύκοι.

Η ώρα κόντευε 4:00 το ξημέρωμα, τα τσακάλια ούρλιαζαν σπαρακτικά στις πλαγιές των βουνών και μου ξερίζωναν την καρδιά. Τα είχα ακούσει κάποτε προ 15 ετών κάπου στη Μεσσηνία, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό. Εκείνη την ώρα σκεφτόμουν ότι μπορεί τελικά να είμαι και ευτυχισμένος άνθρωπος. Ξημερώματα στα βουνά της Πελοποννήσου κάτω από τον αστερισμό του Βορείου Στεφάνου με τα χιλιάδες διαμαντένια του καρφιά στον ουρανό και τον θρήνο των τσακαλιών να σκίζει τον αέρα.


                        Μεταμεσονύχτιο κοντρόλ υπό το φως των άστρων και το μοιρολόι των τσακαλιών

Είχε αρκετή δροσιά και μπροστά μου απλωνόταν τώρα μια μακρά κατηφόρα που θα με πήγαινε μέχρι και πριν το χωριό Λογκανίκος, όπου εκεί ξεκινά η μεγάλη ανάβαση για τον Ταΰγετο.  Ήθελα να φτάσω στην κορυφή του Ταΰγετου πριν πιάσει η μεγάλη ζέστη, να είμαι εκεί όσο το δυνατόν νωρίτερα. Το γεγονός ότι είχα βγει κάπως εκτός πλάνου την πρώτη μέρα δεν ήταν αποθαρρυντικό, πίστευα ότι σίγουρα μπορώ να το μαζέψω με λίγη τύχη…

Πέρασα κατά σειρά τα χωριά Νέδα, Λύκαιο και Λυκόσουρα (το χωριό που είχα σχεδιάσει να κοιμηθώ αλλά τελικά δεν βγήκε). Πέρασα Βελιγοστή και Λεοντάρι και έφτασα στον Λογκανίκο στις 8.30 το πρωί. Μια μικρή στάση σε ένα μινι μάρκετ όπου πήρα ένα γιαουρτάκι, μικρή συζήτηση με τον ιδιοκτήτη και έναν φίλο του κλασικά για το από πού έρχομαι και πού πάω, μου έφτιαξαν την καρδιά οι πληροφορίες τύπου «ω, ρε φίλε, ούτε με το αμάξι δεν μπορώ να ανέβω εγώ στον Ταΰγετο», τους αποχαιρέτησα κι έφυγα. Στη συνέχεια πέρασα από ένα πανέμορφο χωριό που λέγεται Γεωργίτσι. Μου έκανε εντύπωση το πόσο προσεγμένο, όμορφο και περιποιημένο το είχαν οι κάτοικοί του. Καταπράσινο με μια υπέροχη βρύση με κρυστάλλινο νερό. Απλώς σταμάτησα και γέμισα τα παγούρια. Ήταν σχετικά νωρίς ακόμα και δεν έκανε ζέστη.




Μετά το Γεωργίτσι ξεκίνησα να ανεβαίνω τον Ταΰγετο. Οι κλίσεις ήταν γενναίες αλλά το καλό ήταν ότι τα πανύψηλα δέντρα αυτού του υπέροχου βουνού δημιουργούσαν μεγάλες σκιές στον στενό ανηφορικό δρόμο. 




Τολμώ να πω ότι η ανάβαση αυτή δεν με κούρασε. Τουλάχιστον όχι έξω από τα φυσιολογικά όρια. Σίγουρα βοηθούσε ο σχεδόν μόνιμα σκιερός δρόμος. Ίσως έπαιξε και η συγκίνησή μου ρόλο που βρισκόμουν εκεί. Που ανέβαινα αυτό το τρομερό όρος που αντίκρυσε για τελευταία του φορά ο παλιός μου δάσκαλος.  Ίσως και το ότι η θερμοκρασία ήταν σε εξαιρετικά επίπεδα προς την κορυφή. Νομίζω είχε 28 βαθμούς την ώρα του ξεκορφίσματος.


                                                     Ανεμοδαρμένα ύψη στις ακρώρειες του όρους

Έφτασα αισίως στο σημείο κοντρόλ, στο τουριστικό του Ταϋγέτου στις 11:44. Σε περίπου 31 ώρες είχα διανύσει 314 χιλιόμετρα και περίπου 7.000 υψομετρικά. Έστω και οριακά ήμουν εντός πλάνων και αρχικών σχεδίων, αν και ανησυχούσα βαθύτατα σχετικά με το τι κατάσταση θα αντιμετώπιζα όταν θα βρισκόμουν μέσα στη Σπάρτη και θα έπρεπε να πάρω τον δρόμο προς Τρίπολη μέσω Πάρνωνα. 

Δυστυχώς, οι φόβοι μου ξεκίνησαν να επαληθεύονται όσο έχανα ύψος από τον Ταΰγετο και έφτανα προς τη Σπάρτη. Έβλεπα στο βάθος την πόλη κυριολεκτικά να βράζει και ο δείκτης της θερμοκρασίας στο gps να ανεβαίνει συνεχώς σαν να ήταν χαλασμένο. Μέσα σε μία ώρα που διήρκησε η κατάβαση, οι 28 βαθμοί έγιναν 46 και ακριβώς μπροστά στο άγαλμα του Λεωνίδα που ήταν το σημείο κοντρόλ έγραψε 48 βαθμούς. Ταυτόχρονα φύσαγε αυτός ο αναθεματισμένος καυτός αέρας, ο λίβας, που λένε οι Πελοποννήσιοι, που σε στέγνωνε μέχρι μέσα στην ψυχή. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα κλήθηκα να πάρω μια σοβαρή απόφαση σχετικά με το τι μέλλει γενέσθαι. Μου ήταν απίστευτο που μια ώρα πριν ένιωθα σε τρομερή κατάσταση και έτοιμος να συνεχίσω καρφί για Τρίπολη και ξαφνικά, μέσα σε λίγα λεπτά, ένιωθα τόσο στεγνός και άκουγα εκείνη την φωνή που φτάνει στα αυτιά σου σαν από συσκευή υπερήχων και σου λέει «μη διανοηθείς να ανεβείς στο ποδήλατο τώρα». 

Η μεγάλη απόφαση που έπρεπε να πάρω ήταν ανάμεσα σε δύο ενδεχόμενα: το πρώτο, να συνεχίσω όπως είμαι. Το δεύτερο, να σταματήσω για κανονικό ύπνο στη Σπάρτη και αργά το απόγευμα να ξεκινήσω και πάλι με την προοπτική, όμως, να κάνω όλα τα υπόλοιπα περίπου 280 χιλιόμετρα μέχρι τον τερματισμό συνεχόμενα. Η ώρα ήταν 1:00 το μεσημέρι, αν σταματούσα και συνέχιζα στις 7:00 το απόγευμα, θα είχα ένα περιθώριο 22 ωρών για να βγάλω 280 χιλιόμετρα. Θεωρητικά εφικτό, μιας και την επόμενη μέρα προβλεπόταν πολύ καλύτερες καιρικές συνθήκες με πτώση της θερμοκρασίας. 

Το πρώτο σενάριο, δηλαδή να συνεχίσω αμέσως, το απέρριψα σχετικά γρήγορα. Με 48 βαθμούς στο κεφάλι μεσημέρι στον κάμπο της Λακωνίας και μπροστά μου μια διαδρομή χωρίς νερά (με είχαν ενημερώσει φίλοι και είχα διαπιστώσει και μόνος μου από έρευνα ότι οι πηγές για τα επόμενα πολλά πολλά χιλιόμετρα σπανίζουν), δεν ήθελα να πάρω τέτοιο ρίσκο. 

Αποφάσισα να ακολουθήσω το δεύτερο σενάριο και, μάλιστα, να επιτρέψω στον εαυτό μου (δεν γινόταν και αλλιώς – ήταν αδύνατο να βρω σημείο να στήσω σκηνή και να κοιμηθώ μέσα σε αυτή σε κείνον τον φλεγόμενο τόπο) να βρει γρήγορα ένα δωμάτιο σε ξενοδοχείο στη Σπάρτη. Όντως, βρήκα αρκετά εύκολα και σε μισή ώρα είχα ήδη κάνει ένα παγωμένο ντουζ και είχα ανάψει τέρμα το κλιματιστικό. Ξάπλωσα και κοιμήθηκα. 

Το πρόβλημα; Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ παρά μόνο δύο ώρες. Ξύπνησα γύρω στις 4:00 το απόγευμα και αυτή τη φορά προσπάθησα όντως σκληρά να πιέσω τον εαυτό μου να κοιμηθεί κι άλλο ή έστω να παραμείνει στο κρεβάτι με το κλιματιστικό για τουλάχιστον δύο ώρες ακόμα. Αδύνατον. Ήμουν σε αναβρασμό, σε υπερένταση, για κάποιο περίεργο λόγο ένιωθα πάρα πολύ καλά, αν και ήξερα ότι αυτός ο ελάχιστος ύπνος τελικά θα μου στοιχίσει σίγουρα το χρονικό όριο. 

Σηκώθηκα, ντύθηκα και ξεκίνησα. Η ώρα ήταν 5:00 το απόγευμα, η θερμοκρασία φυσικά δεν είχε πέσει παρά ελάχιστα (τι 48, τι 45!!!) και εγώ έφυγα για να συνεχίσω το ταξίδι μου έχοντας την ψευδαίσθηση ότι με 4 ώρες καθαρό ύπνο, 340 χιλιόμετρα και 7.000 υψομετρικά στα πόδια και, κυρίως, ποδηλατώντας επί δύο μέρες σε ακραίες θερμοκρασίες, θα κατορθώσω να κάνω τα υπόλοιπα 270 χιλιόμετρα και 6.000 υψομετρικά σε ένα 24ωρο. Τώρα που το σκέφτομαι απλώς γελάω, αλλά η αλήθεια είναι ότι εκείνη τη στιγμή το πίστευα στα σοβαρά. 

Ξεκίνησα και επί ένα δίωρο ήμουν σταθερά κάτω από τον καυτό ήλιο με τη θερμοκρασία να πέφτει τελικά στους 39 βαθμούς κατά τις 7:00 το απόγευμα, όταν ο ήλιος άρχισε να γέρνει σιγά σιγά πίσω από τον Πάρνωνα. 




Η ανάβαση ήταν σκληρή και, αυτό ήταν το μεγάλο πρόβλημα, άνυδρη. Τουλάχιστον πλέον ήμουν μόνιμα υπό σκιά, ο μεγάλος όγκος των βουνών έκρυψε νωρίς τον ήλιο. Ένιωθα απόλυτα ευτυχής που σταμάτησα το μεσημέρι και δεν συνέχισα κατευθείαν από τη Σπάρτη. Αν τελικά είχα κάνει αυτή την ανάβαση στις 3:00 το μεσημέρι με 46 βαθμούς και χωρίς νερό, δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς ποια θα ήταν η κατάληξη των πραγμάτων. 

Ακόμα και ένα χωριό με το βαρύγδουπο όνομα Πολύδροσο δεν είχε τελικά ούτε σταγόνα δροσιάς. Μόνο μια μικρή βρυσούλα στην άκρη του δρόμου έτρεχε τόσο ελάχιστο νερό που χρειαζόσουν ένα ή δύο λεπτά για να γεμίσεις το κάθε παγούρι. 

Η ανάβαση του Πάρνωνα με κούρασε πολύ. Έφτασα στην κορυφή, στο σημείο κοντρόλ, στις 10:00 το βράδυ. Το ένιωθα πλέον μέσα μου ότι θα χρειαστώ κι άλλο ύπνο. Δεν νύσταζα με την πραγματική σημασία του όρου, αλλά ένιωθα μια δυνατή κούραση και εξάντληση που με έκανε σίγουρα να πιστεύω ότι, αν δεν κοιμηθώ, δεν πρόκειται να αντέξω μέχρι τέλους. 


                                        Σημείο κοντρόλ στην κορυφή του Πάρνωνα

Τσέκαρα χιλιόμετρα και χρόνο. Ήθελα ακόμα 220 χιλιόμετρα και 4.500 υψομετρικά. Μπροστά μου είχα 19 ώρες. Θεωρητικά πανεύκολο. Για να πάρω θάρρος, θυμήθηκα ότι 18 ώρες είχα κάνει πέρυσι το 300αρι brevet στο Αγρίνιο με τα 6.000 υψομετρικά. «Ναι, αλλά εδώ είναι αλλιώς το έργο», ακούστηκε τώρα η άλλη φωνή. Και τότε ήταν που πήρα την απόφαση να φτάσω στον τερματισμό υγιής και όχι εντός χρόνου. 

Ξεκίνησα να σκέφτομαι μέρος για ύπνο. Εκεί, στην κορυφή του Πάρνωνα στα 1.500 μέτρα υψόμετρο ήταν όντως υπέροχα. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν είχα καθόλου νερό. Τα παγούρια είχαν αδειάσει όπως και το ένα από τα δύο μεγάλα μπουκάλια που κουβαλούσα έξτρα, ενώ το άλλο ήταν κυριολεκτικά καυτό. Άνετα έβραζα μακαρόνια με αυτό. Σκέφτηκα να στήσω εκεί και να το αφήσω έξω μήπως στη δροσιά της νύχτας κρυώσει κάπως και μου είναι χρήσιμο, αλλά τελικά κατέληξα στο να μην ξεκινήσω πειράματα θερμοδυναμικής στην κατάσταση που ήμουν. Αποφάσισα τελικά, με λίγη στενοχώρια, να εγκαταλείψω το όρος του θεού Ερμή και να πάρω τον κατήφορο προς τα κάτω για να βρω σημείο με νερό και να κοιμηθώ. 

Έφτασα στο χωριό Άγιος Πέτρος. Αν και δεν του φαινόταν, ήταν ένα ζωντανό χωριό με πολύ κόσμο στην πλατεία όπου υπήρχαν μια – δυο καφετέριες και άλλες τόσες ταβέρνες. Σίγουρα θα ένιωσαν κάπως όλοι αυτοί οι άνθρωποι που έβλεπαν στις 11:30 το βράδυ έναν εξωγήινο με κράνος και φωσφοριζέ γιλέκο να φτάνει με το ποδήλατο στο χωριό τους και να καβατζάρει παγκάκι πίσω από την εκκλησία, αλλά προφανώς στη φάση που ήμουν ούτε που με ένοιαζε πώς με κύτταζαν οι άλλοι. Βρύση εκεί στην πλατεία δεν βρήκα, δεν έψαξα και πολύ βέβαια. Πήρα δύο μεγάλα μπουκάλια παγωμένο νερό από τη μία καφετέρια, ήπια σχεδόν μονορούφι το ένα και κράτησα το άλλο. Έβαλα το υπόστρωμα στο παγκάκι, τυλίχτηκα με την αλουμινοκουβέρτα και έπεσα σε έναν βαθύτατο ύπνο. Ξυπνητήρι δεν έβαλα καν…

Άνοιξα τα μάτια μου στις 8:30 το πρωί τυφλωμένος από το φως του ήλιου. Είχα κοιμηθεί πάνω από 8 ώρες! Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι το χρονικό όριο των randonneurs είχε χαθεί, η δεύτερη ότι τουλάχιστον θα έβγαζα πλέον σίγουρα τη διαδρομή υγιής, έστω και με τουριστικό homologation. Κανένα θέμα με αυτό.

Είχα ξεκουραστεί για τα καλά. Σηκώθηκα γρήγορα και σε δέκα λεπτά είχα αναχωρήσει. Ξεκίνησα κρατώντας ρυθμό, πέρασα τα χωριά Καστρί και Μεσορράχη και σχετικά γρήγορα ήμουν στην Τρίπολη. Καταλάβαινα ότι η θερμοκρασία πια δεν είχε σχέση με αυτή των δύο προηγούμενων ημερών, ο αέρας επίσης ήταν δροσερός. Κάποια στιγμή είδα ψηλά στον ουρανό στο βάθος μερικά σύννεφα να μαζεύονται στα βόρεια, σκέφτηκα ότι ίσως θα δροσίσει ακόμα περισσότερο στη συνέχεια ή ίσως και να βρέξει, αν και δεν θα ήθελα να ανέβω με βροχή το Μαίναλο. 

Πέρασα το χωριό Χρυσοβίτσι και μπήκα στο δάσος της Πιάνας σε ένα μαγικό τοπίο.


            Δάσος Πιάνας - Αρκουδόρεμα, στο δρόμο προς Ελάτη - Βυτίνα

Λίγο μετά ήμουν στην Ελάτη. Η ώρα ήταν 1:30 το μεσημέρι και, δυστυχώς, όσο πλησίαζα προς το Μαίναλο και φαινόταν καλύτερα η κατάσταση, έβλεπα ότι αυτό συγκέντρωνε όλο και περισσότερα μαύρα σύννεφα γύρω του. Στη Βυτίνα αποφάσισα να κάνω μια καλή στάση για να φάω, να ξεκουραστώ και να μελετήσω τα νέα δεδομένα που απλώνονταν τώρα μπροστά μου. Η Βυτίνα βρίσκεται στη βάση της ανάβασης για Μαίναλο, στην κορυφή του οποίου είναι το επόμενο σημείο κοντρόλ. Πλέον, ολόκληρο το βουνό ήταν καλυμμένο με μαύρα σύννεφα, ενώ οι βροντές που ακούγονταν συνεχώς έδειχναν ότι η κεραυνική δραστηριότητα είχε για τα καλά ξεκινήσει. Κάθισα για λίγο στη Βυτίνα σε ένα μικρό πάρκο αγναντεύοντας το Μαίναλο που σείονταν από τους κεραυνούς και ξεκίνησα να κάνω τους νέους μου υπολογισμούς.

Λοιπόν, τα δεδομένα είχαν ως εξής: randonneur homologation το είχα ξεχάσει προ πολλού. Απέμενε μόνο το touriste. Για να το πετύχω αυτό θα έπρεπε οπωσδήποτε να ανέβω στο κοντρόλ στο Μαίναλο και να συνεχίσω μετά από Λεβίδι. Να ξεκινήσω ανάβαση υπό τέτοιες συνθήκες για να πάρω touriste homologation, δεν το έβρισκα αξιόλογο. Θα μπορούσα, βέβαια, να περιμένω στη Βυτίνα για κάποιες ώρες μέχρι να ησυχάσουν τα φαινόμενα. Πόσες ώρες, όμως; Θα είχε νόημα, ας πούμε, να περιμένω μέχρι τις 6 – 7 το απόγευμα για να τερματίσω τελικά στις 3 τα ξημερώματα;

Η άλλη εναλλακτική θα ήταν να κάνω παράκαμψη του Μαίναλου, να μην κάνω το κοντρόλ, δηλαδή, στην κορυφή του και να συνεχίσω τη διαδρομή από Βλαχέρνα κανονικά και να φτάσω στο Ξυλόκαστρο σε κάποια λογική ώρα. Προφανώς, βέβαια, αυτό θα μου κόστιζε πλήρη απώλεια homologation, αλλά η αλήθεια είναι ότι ζυγίζοντας τα πράγματα εκείνη την ώρα, όπως και τα ζυγίζω και τώρα, θεωρώ ότι έκανα τελικά τη σωστή επιλογή. Αποφάσισα να μην περιμένω τόσες ώρες για να σταματήσουν οι κεραυνοί, ούτε βέβαια να ανέβω να εκτεθώ σε αυτούς. Αρκετά είχα τραβήξει δύο μέρες από τους καύσωνες. Γλιτώσαμε από τον Ήφαιστο, μην πάμε από τον Δία!

Συνέχισα τη διαδρομή μου βόρεια παρακάμπτοντας το Μαίναλο. Ένιωθα κάπως στενοχωρημένος που δεν θα κατάφερνα να πάρω ένα homologation από αυτή τη Super Randonnee αλλά, από την άλλη, καμιά φορά, θα πρέπει να συμβιβαζόμαστε με κάποιες καταστάσεις και να μην πηγαίνουμε συνεχώς κόντρα στη μοίρα μας. Είναι κι αυτό ένα χαρακτηριστικό των μεγάλων ταξιδευτών. Θυμήσου, αναγνώστη, τον Οδυσσέα. Και δεν συμβιβάστηκε μόνο μία, αλλά δύο φορές…

Το υπόλοιπο της πορείας μου ήταν σχεδόν ανέμελο. Κάποια ζόρικα ανηφοράκια που και που, απλώς θύμιζαν ότι είμαι ακόμα σε πορεία Super Randonnee. Από μακριά έβλεπα το Μαίναλο να σείεται για ώρες από τις βροντές, ενώ η βροχή που έπεφτε ήταν συνεχώς πίσω μου. Με κυνηγούσε, αλλά όχι απειλητικά.


Μια όμορφη εικόνα χαλασμού μα κι ελπίδας. Τέρμα στο βάθος το Μαίναλο σχεδόν αόρατο από τα σύννεφα

Πέρασα τη λίμνη Δόξα που πάντα γοητεύει και γαληνεύει όποιον βρεθεί μπροστά στα ήσυχα νερά και τα μεγαλεπήβολα δέντρα της. 






Η βροχή τελικά με συνάντησε λίγο πριν το χωριό Καρυά, στο τελευταίο ξεκόρφισμα αυτής της επικής διαδρομής. Ωστόσο, ήταν μια ήσυχη και ταπεινή βροχή με απαλές σταγόνες να δροσίζουν την ψυχή μου. Σαν η Πελοπόννησος να μου ζητούσε συγγνώμη για την αδυσώπητη ταλαιπωρία που μου είχε δώσει τις δύο προηγούμενες μέρες. Σταμάτησα σε ένα μικρό κιόσκι στην άκρη του δρόμου και δέχτηκα ευγενικά αυτή τη συγγνώμη. Για αντίδωρο το δάσος μου έστειλε με την ευωδία του αέρα τη μυρωδιά του έλατου και του βρεγμένου ξύλου.








Τότε, εκεί στα τελειώματα της διαδρομής, ήταν που πήρα και θυμήθηκα τα λόγια σου, παλιέ μου φίλε. Έλεγες: «Η αιτία είναι ότι οι άνθρωποι ζητούν μονόπαντα την αιώνια άνοιξη και την αιώνια γιορτή. Και ολοχρονίς λησμονούν, που στο σχέδιο είναι τυπωμένο να θητεύει κανείς και στο χειμώνα, και να ζεύεται το ζυγό τις εργάσιμες μέρες. Τα όντα τα γεννάει το άπειρο, και χρεωστούν να ξαναγυρίσουν στη φθορά, σύμφωνα με το νόμο της Ανάγκης, κατά το στοχασμό του Αναξίμανδρου. Πίσω από κάθε χαρά μας περιμένει ανεξιλέωτη μια ισόποση λύπη. Αλλιώτικα είναι θρασίμι το βίωμα. Και κλούβιο το πράμα».


Σε ευχαριστώ, Πελοπόννησε, για τη χαρά και την ισόποση λύπη που μου έδωσες.

Εις το επανιδείν, γη του Πέλοπα! Θα ξαναγυρίσω! Σύντομα!












Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η πιο αστεία και τραγελαφική ιστορία που έχω ακούσει σε brevet

Super Randonnee 600 West Epirus

Brevet Βουτσαρά 2025 "Φάνης Παππάς"