v = d.H
Στη δεκαετία του 1920 που, μαζί με τον Λένιν και τον Κάφκα πέθανε και η ελληνική Ιωνία, ένας άνθρωπος στην Αμερική, ο αστρονόμος Χαμπλ, έκανε μια επαναστατική υπόθεση. Το σύμπαν, είπε, διαστέλλεται.
Οι συνέπειες στις συνέπειες που οδήγησε η σύλληψη αυτή δεν έχουν προηγούμενο.
Και για να το πω ποιητικά. Με αυτή την παρατήρηση του Χαμπλ η Άρτεμη και η Αθηνά έπαψαν να είναι παρθένες. Η φύση και η γνώση βιάστηκαν όχι απλώς στους μηρούς και στους υμένες, αλλά σε όλα τα βάθη και τα βύθη τους. Τώρα ο ωραίος Ενδυμίων έχει πλαγιάσει στα στήθη της σελήνης και κοιτάει τρυφερά στα μάτια την Άρτεμη. Χωρίς να κοιμάται, και χωρίς να πεθαίνει. Και ο Τειρεσίας βλέπει επιθυμητικά και αχόρταγα το ολόγυμνο κορμί της Αθηνάς και δεν τυφλώνεται.
Και για να το πω φιλοσοφικά. Με την έννοια, δηλαδή, των Μετά τα Φυσικά και της πρώτης θεολογίας του Αριστοτέλη ή με το φως της νόησης και της γνώσης, όχι όμως με την ανοησία και το σκότος των θρησκειών: Η σύλληψη αυτή μας οδήγησε να αντικρύσουμε το ίδιο το σώμα του θεού. Όλα τα γνωρίζουμε τώρα πια για το θεό, εκτός από ένα. Εκτός από το νου του. Σημείο που οι κοσμολόγοι το λένε μοναδικότητα άγνοιας του ανθρώπου, ή singularity της σχετικιστικής φυσικής, ή ανωμαλία.
Και για να το πω επιστημονικά. Με την κατάκτηση του Χαμπλ ο άνθρωπος έφτασε στα όρια του χώρου και στην αρχή του χρόνου. Την απόσταση ανάμεσα σε ουρανό και γη και καταχθόνια την μέτρησε ως την άκρη. Τώρα η terra incognita σβήστηκε από το χάρτη. Ένας νέος γίγαντας Κολόμβος έκανε κουνούπι τον παλαιό εκείνον που πάτησε την Αμερική. Για να μετράμε τις μέρες μας δε χρειαζόμαστε πια ούτε την πρώτη Ολυμπιάδα των ελλήνων, ούτε το Ab urbe condita της Ρώμης, ούτε την Εγίρα του Μωάμεθ, ούτε τα προ και μετά Χριστόν των χριστιανών.
Σήμερα γνωρίζουμε σε τιμές αριθμητικές και σε μεγέθη μετρήσιμα το ύψος του θεού σε δισεκατομμύρια έτη φωτός. Γνωρίζουμε την ηλικία του σε δισεκατομμύρια έτη ζωής. Γνωρίζουμε το πώς γεννήθηκε με τη μεγάλη έκρηξη, τι τρώει με το υδρογόνο, το ήλιο και το βηρύλιο. Πώς λειτουργεί το πεπτικό του σύστημα με τις πυρηνικές συντήξεις στο εσωτερικό των αστέρων. Γνωρίζουμε πώς ασπρίζουν τα μαλλιά του με τους ερυθρούς γίγαντες και τους λευκούς νάνους και πώς καραφλιάζει. Οι μελανές οπές δεν έχουν τρίχες, έλεγε ο Χόκινγκ. Κι έχουμε ακόμα μια σπάταλη ιδέα του μέτρου της ομορφιάς του. Πόσο μας μαγεύει με τη σκέδαση των φωτονίων του, με τις αυγές του και τα λυκόφωτα, με τους κεραυνούς και με τη θάλασσα τη λεβεντοπνίχτρα. Πώς μας κοιτάει με τη χαρά της αφθαρσίας μέσα στα μάτια. Είδες πώς λάμπουν το πρωί μέσα στα λούλουδα του κάμπου τα ματόκλαδα του ήλιου;
Βέβαια, ο Χαμπλ, που διατύπωσε την υπόθεση για το διαστελλόμενο σύμπαν, έχει και πρόδρομους και συνεργάτες και πολλούς μαθητές. Ο ρώσος Αλέξανδρος Φρίντμαν, για παράδειγμα, δούλεψε πάνω στην ίδια ανίχνευση, όταν εισηγήθηκε τα μοντέλα του για το επίπεδο σύμπαν ή για τη θετική και αρνητική όψη του καμπύλου χώρου.
Στη βάση της, ωστόσο, η ιδέα του Χαμπλ ξεκίνησε από την τρίτη συνέπεια της γενικής Σχετικότητας που εισηγήθηκε το 1916 ο Αϊνστάιν. Ότι δηλαδή, όσο περισσότερο το φάσμα του φωτός, το Spectrum, ενός γαλαξία μετατοπίζεται προς το ερυθρό, Rotverschiebung, τόσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση του γαλαξία αυτού από τη γη μας.
Ύστερα από χρόνια αναζήτησης, ο Χαμπλ, την κατανόησή του ολόκληρη την έκλεισε σε μια μαθηματική περιγραφή που την εξόρυξε από τον λόγο της γραμμής μετατόπισης του φάσματος (Δλ) προς τη γραμμή της μη μετατόπισης (λ) σε σύγκριση με τον λόγο της ταχύτητας διαφυγής ενός γαλαξία (ν) προς την ταχύτητα του φωτός (c). Δηλαδή Δλ : λ = v : c.
Το νόημα της εξίσωσης του Χαμπλ είναι πως οι γαλαξίες απομακρύνονται προς την περιφέρεια του σύμπαντος τόσο ταχύτερα όσο μεγαλύτερη είναι η απόστασή τους από τη γη μας.
Η περιλάλητη παγκόσμια εξίσωση του Χαμπλ διατυπώνεται με τη διάταξη
v = d.H
που, όπου ν είναι η ταχύτητα απομάκρυνσης του γαλαξία, όπου d η απόσταση του γαλαξία από τον ήλιο μας και όπου Η η σταθερά του Χαμπλ.
Η σταθερά του Χαμπλ, η Hubble – Konstante, ύστερα από πολλές απόπειρες προσδιορισμού, τελικά έλαβε την τιμή H = 55 km/sec pro Mpc.
Αυτό σημαίνει ότι η ταχύτητα απομάκρυνσης ενός δεδομένου γαλαξία είναι 55 χιλιόμετρα στο δευτερόλεπτο ανά μεγαπαρσέκ.
Το μεγαπαρσέκ, Mpc, είναι μια μεγάλη μονάδα μήκους που όρισε ο άνθρωπος και ισούται με ένα εκατομμύριο παρσέκ. Το παρσέκ ισούται με 3,2 έτη φωτός. Ένα μεγαπαρσέκ, δηλαδή, ισούται με την απόσταση που διατρέχει το φως, όταν τρέχει για τρία εκατομμύρια διακόσιες χιλιάδες χρόνια.
Για να λάβουμε μια ιδέα της ηλεκτροπληκτικής αυτής απόστασης, μια ιδέα τρόμου, δηλαδή, ανάμεσα σε σπασμούς και δύσπνοιες, σε αναφιλητά και σε κλάματα, είναι αρκετό να αναλογιστούμε ότι την απόσταση από την Αθήνα στο Λονδίνο το φως τη διατρέχει εκατό φορές σε ένα δευτερόλεπτο.
Τώρα, πόσο είναι το μεγαπαρσέκ; Κάθου γύρευε. Και αν μπορείς, μην παλαβώνεις.
«Όταν για πρώτη φορά», έλεγε ο παλιός μου δάσκαλος, «είδα στις διόπτρες τον γαλαξία της Ανδρομέδας, και αναλογίστηκα πόσο μακριά είναι αυτά τα 2,2 εκατομμύρια έτη φωτός, μ’ έπιασε τέτοιος τρόμος που κρύφτηκα στην αποθήκη για μισή ώρα. Σαν το κυνηγημένο σκυλί».
Με βάση την εξίσωση του Χαμπλ έγινε κατορθωτό να υπολογιστούν οι διαστάσεις του πεπερασμένου άπειρου σύμπαντος σε δεκαοχτώ περίπου δισεκατομμύρια έτη φωτός. Έγινε κατορθωτό να υπολογιστεί η ηλικία του σύμπαντος σε δεκαοχτώ περίπου δισεκατομμύρια έτη ψυχολογικού χρόνου. Έγινε κατορθωτό να υπολογιστεί η συνολική μάζα του παρατηρήσιμου σύμπαντος σε 1079 σωματίδια ύλης. Έγινε κατορθωτό να υπολογιστούν τα δισεκατομμύρια οι γαλαξίες, που ο καθένας λίγο μικρότερος ή μεγαλύτερος από τον δικό μας, μετριέται σε διακόσια περίπου δισεκατομμύρια ηλιακές μάζες. Άστρα, δηλαδή, σαν αυτά που βλέπουμε στον ουρανό.
Πρέπει, ωστόσο, να ειπωθεί πως όλοι αυτοί οι αριθμοί και τα μεγέθη είναι χρεία να γίνονται αποδεκτά με μεγάλη προσοχή και με άκρα επιφύλαξη. Στην εποχή μας οι έρευνες στα προβλήματα της αστροφυσικής και της κοσμολογίας είναι ραγδαίες και συνέχεια αφήνουν ανοιχτή τη δυνατότητα νέων προσδιορισμών και νέων σχεδιάσεων.
Όμως, το πιο σημαντικό προϊόν της εξίσωσης του Χαμπλ είναι η θεωρία των κοσμολόγων για τη γένεση του σύμπαντος από τη λεγόμενη Μεγάλη Έκρηξη. Είναι το ένδοξο πια Big Bang ή Urknall, που δόθηκε δώρο στον άνθρωπο δύο περίπου δεκαετίες ύστερα από την εξίσωση του Χαμπλ.
Η θεωρία του Big Bang ήταν η λογική και αναγκαία ακολουθία της εξίσωσης του Χαμπλ. Εφόσον το σύμπαν διαστέλλεται προς την κατεύθυνση του μέλλοντος, τότε, εάν προχωρήσουμε προς την κατεύθυνση του παρελθόντος, αντιστρέφοντας το βέλος του χρόνου, όσο και πιο πολύ βυθίζουμε στο παρελθόν τόσο και πιο πολύ θα βρίσκουμε το σύμπαν να μικραίνει.
Επιστρέφοντας έτσι προς τα πίσω, θα φτάναμε κάποτε στο σημείο του μη περαιτέρω μικρού και ως προς το χώρο και ως προς τον χρόνο και ως προς τη μάζα ή την ενέργεια. Το σημείο αυτό είναι η στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης που έγινε μέσα από τον μυχό του τρομακτικά ελάχιστου και του τρομακτικά πυκνού.
Την εικόνα της εξέλιξης και της πορείας του σύμπαντος από τότε, από εκείνο το ελάχιστο δυνατό σημείο του χώρου και του χρόνου, που υπολογίζεται μικρότερο από τα 10-40 cm χώρου και μικρότερο από τα 10-40 sec χρόνου, μας τη δίνει με τρόπο εποπτικό και άμεσα συλλήψιμο η εικόνα του πυροτεχνήματος ή του συντριβανιού.
Ας φανταστούμε τη στιγμή που τινάζεται στον αέρα το νερό από ένα συντριβάνι. Το παρατηρούμε που ανεβαίνει, μεγαλώνει και εκτείνεται στο σχήμα της ομπρέλας. Υψώνεται συνέχεια, διογκώνεται ακατάπαυστα και δεν έχει φτάσει ακόμα στο σημείο τροπής, οπότε θα βλέπαμε ξαφνικά να αναποδογυρίζεται η φορά του και ν’ αρχίζει να πέφτει πάλι στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε.
Αυτή είναι η εικόνα του διαστελλόμενου σύμπαντος. Ο χώρος και ο χρόνος δημιουργούνται σύγχρονα και αδιάλειπτα. Η ύλη και η ενέργεια αυξάνονται αμείωτα και σχηματίζουν τη σάρκα του χώρου και του χρόνου. Σχηματίζουν, δηλαδή, τα γεγονότα, τα ουράνια σώματα, τις δυνάμεις που τα συνέχουν, τις κινήσεις που τα ισορροπούν και ό,τι άλλο βρίσκεται ή συντελείται πάνω τους. Το εξακολουθητικό γίγνεσθαι αυτής της δημιουργίας είναι το σύμπαν ή το σώμα του θεού.
Το τι γίνεται μέσα σ’ αυτό το γίγνεσθαι, σ’ αυτή την πορεία του σύμπαντος, είναι ένα πανόραμα που ποτέ δεν χορταίνει ανθρώπου μάτι να το βλέπει και ποτέ δεν κουράζεται ανθρώπου νους να το φαντάζεται. Είναι η αύξηση, η ζωή, η ιστορία, οι περιπέτειες και οι εκστάσεις που γνωρίζει το σώμα του θεού.
Όλες οι απορίες και όλες οι επιστήμες μας είναι τα όργανα της ορχήστρας που αγωνίζονται και ενθουσιούν, που αγωνιούν και ενθουσιάζονται, να δώσουν τον ήχο αυτής της Συμφωνίας. Αυτού του μουσικού και οπτικού σώματος του θεού που το λέμε «κόσμο». Κόσμημα, δηλαδή, στολίδι, ομορφιά και τάξη. Αϊδιότητα και τελειότητα.
Η δύναμη που κάνει το συντριβάνι να ανεβαίνει, να απλώνεται συνεχώς και να μη νικιέται από το βάρος του ώστε να αναποδογυριστεί και να αρχίσει να πέφτει, η δύναμη, δηλαδή, που το οπλίζει να νικάει τη βαρύτητά του, είναι η δύναμη της αρχικής έκρηξης. Είναι η πίεση που συνοδεύει ως σήμερα την αρχική έκρηξη.
Αυτή η δύναμη είναι διάχυτη σε όλο το σύμπαν, την ανακάλυψαν το 1965 οι φυσικοί Πενζίας και Ουίλσον, έχει θερμοκρασία 3 βαθμούς πάνω από το απόλυτο μηδέν και την ονομάζουμε κοσμική ακτινοβολία υποβάθρου μέλανος σώματος 3Κ.
Η ακτινοβολία υποβάθρου 3Κ είναι ο απόηχος του φοβερού κρότου της Μεγάλης Έκρηξης που έφτασε ως εμάς. Είναι ό,τι απέμεινε ωσάν πενιχρό και αξιοθρήνητο κατάλοιπο από την ασύλληπτη θερμοκρασία κατά τη στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης, ύστερα από δεκαοχτώ δισεκατομμύρια χρόνια.
Η ακτινοβολία υποβάθρου 3Κ, που από τότε η Μεγάλη Έκρηξη την αντιπαρατάσσει στη δύναμη της βαρύτητας, κάνει ώστε το συντριβάνι να συνεχίζει να υψώνεται, να μη γκρεμίζονται οι γαλαξίες ο ένας πάνω στον άλλον και η φορά του κόσμου να μην επιστρέφει πίσω στο αρχικό σημείο της φτάνοντας στη Μεγάλη Ενδόρρηξη (ig crunch). Να μην παίρνει, δηλαδή, το σύμπαν τον δρόμο του γυρισμού αντιστρέφοντας το βέλος του χρόνου.
Η ακτινοβολία υποβάθρου 3Κ είναι η δύναμη που επιστρατεύει ακαταπόνητα ο τιτάνας Άτλας για να βαστάει στους ώμους του το βάρος του κόσμου.
Ο Αϊνστάιν πολύ νωρίς και, κατά την έννοια ότι είχε συλλάβει το σύμπαν σε κατάσταση στατική και όχι εξελικτική, σπρωγμένος από την ανάγκη να δώσει μια απάντηση στο ερώτημα «γιατί το συντριβάνι υψώνεται συνεχώς και δεν πέφτει;», εισήγαγε αυθαίρετα στη γενική Σχετικότητα τον όρο της «κοσμολογικής σταθεράς». Μιας υποθετικής δύναμης, δηλαδή, που αντιστέκεται στη βαρύτητα. Στα γηρατειά του ομολόγησε ότι αυτό ήταν το μεγαλύτερο λάθος στους δημιουργικούς στοχασμούς του.
Ο γέρο σοφός θα ένιωθε μεγάλη ικανοποίηση αν ζούσε δέκα χρόνους ακόμη και μάθαινε για την ανακάλυψη της κοσμικής ακτινοβολίας υποβάθρου 3Κ, που ήρθε να διορθώσει τη σφαλερή του υπόθεση για την κοσμολογική σταθερά και που είναι η πιο ισχυρή ένδειξη της διαστολής του σύμπαντος και της Μεγάλης Έκρηξης.
Ένας ποδηλάτης στο αχανές ταξίδι της ύπαρξης και της αυτογνωσίας μοιάζει σαν άλλος γαλαξίας που απομακρύνεται μέσα στο αχανές και άπειρο σύμπαν που μας περικλείει. Ξεκινά πριν ακόμα ξημερώσει, την ώρα που το φως διστάζει να πάρει θέση και ο κόσμος αιωρείται ανάμεσα στη νύχτα και στη μέρα. Στο μανίκι του jersey μόνιμα πια μια εξίσωση. Λιτή, αυστηρή, και ταυτόχρονα ανοιχτή σαν ορίζοντας.
Είναι η εξίσωση που εξήγησε τον κόσμο.
Σε κάθε πεταλιά οι πόλεις και τα χωριά μεταμορφώνονται και παύουν να είναι συγκεκριμένα και επώνυμα. Τα φώτα σβήνουν, τα παράθυρα κλείνουν, οι δρόμοι χάνουν τα ονόματά τους και γίνονται γραμμές που σβήνουν στο βλέμμα. Το σημείο εκκίνησης είναι μια ανάμνηση που ήδη ξεθωριάζει. Και ο randonneur δεν είναι τώρα ένας άνθρωπος που ταξιδεύει αλλά ένα σώμα σε κίνηση μέσα σε έναν χώρο που διαρκώς ανοίγει.
Ο δρόμος δεν αντιστέκεται. Δεν τον δοκιμάζει με τη βία, αλλά με την έκταση. Χιλιόμετρο το χιλιόμετρο, η απόσταση δεν είναι πια μετρήσιμη. Γίνεται κάτι που βιώνεται, μια αργή διάχυση του εαυτού μέσα στο τοπίο. Τα χωριά περνούν σαν στιγμές ανύπαρκτες μέσα σε δισεκατομμύρια έτη φωτός, τα βουνά σαν σκιές που αναπνέουν και βυθίζονται πάλι στο χάος του χωροχρόνου και ο χρόνος τώρα παύει να έχει όρια σαφή. Ό,τι μένει είναι μόνο ο ρυθμός.
Κάπου εκεί, η εξίσωση στο μανίκι του jersey γίνεται εμπειρία και βίωμα. Όπως οι γαλαξίες απομακρύνονται με μέτρο και τάξη μέσα στο αχανές, άπειρο κι αιώνιο σύμπαν που διαστέλλεται, έτσι κι εκείνος απομακρύνεται διαρκώς με ταχύτητα μετρήσιμη μέσα στο άπειρο του χρόνου. Γίνεται ολόκληρος μέρος μιας διαστολής κι ενός ταξιδιού που δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. Όλα μετακινούνται, όλα αναδιατάσσονται.
Και όσο προχωρά, τόσο λιγότερο νιώθει ότι αφήνει κάτι πίσω. Σαν η παρουσία του να αραιώνει μέσα στον χώρο, να γίνεται κομμάτι του δρόμου, του αέρα και του κόσμου ολόκληρου. Ένας ποδηλάτης μέσα στη νύχτα, με τα αναμμένα φώτα και το γιλέκο του να ανεμίζει, περνάει άξαφνα και χάνεται από μπροστά σου και μοιάζει ίδιος με γαλαξία που απομακρύνεται διαρκώς με έναν συνεχόμενα επιταχυνόμενο ρυθμό. Το σφύριγμα του αέρα στις κατηφόρες είναι ο ψίθυρος της ακτινοβολίας υποβάθρου 3Κ που αντιστέκεται στη βαρύτητα.
Κάτω από τα διαμαντένια καρφιά των άστρων και κάτω από τα σμήνη των γαλαξιών, ο randonneur θα στοχαστεί τον ψυχολογικό χρόνο που μας κάνει να θυμόμαστε το παρελθόν και να καρτεράμε το μέλλον.
Θα στοχαστεί τον χωροχρόνο να γεννιέται και να απλώνεται, όπως η ομίχλη που την κυνηγάει ο άνεμος.
Το ταξίδι δεν ορίζεται από το τέλος του, αλλά από αυτή τη συνεχή απομάκρυνση που δεν είναι φυγή, είναι συνθήκη και διαστολή. Κάθε πεταλιά είναι που μας φέρνει μακριά από τη βαρύτητα της συνήθειας. Της πλήξης και της ανίας. Αν κάτι είναι να μάθεις από αυτό το ταξίδι στο σύμπαν, είναι το να πεταλάρεις λυσσαλέα για να ξεφύγεις και να γλιτώσεις από τον τύφο και το σύμπλεγμα. Και την αρρώστια της ρουτίνας.
Δεν είναι ο randonneur που ταξιδεύει στον κόσμο.
Είναι ο ίδιος ο κόσμος που ανοίγεται και διαστέλλεται για να τον χωρέσει.
Ίσως και τα δύο.
Ίσως αυτό να σημαίνει ταξίδι.
Κι αν δεν κατάλαβες το ταξίδι σου στον κόσμο, βάλε στο νου σου ότι αυτό είναι το θαύμα του απλού, που για να το δεις χρειάζεσαι το καθαρό μάτι. Και για να το ακούσεις, πρέπει να κρατάς έναυλα ώτα στην κουβέντα του Αϊνστάιν:
«Το πιο ακατανόητο πράγμα είναι ότι ο κόσμος είναι κατανοητός».

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου