Η σονάτα του randonneuring
Το περασμένο τριήμερο Παρασκευή – Σάββατο – Κυριακή 24-25-26 Απριλίου 2026 δοκιμάσαμε με τον φίλο μου τον Παναγιώτη τη διαδρομή των 600 χιλιομέτρων με τα περίπου 11.000 υψομετρικά που φέρει τον διακριτικό τίτλο «Super Randonnee 600 Aliakmonas Project».
Το συγκεκριμένο Super Randonnee, που έχει χαράξει και επιμεληθεί ο φίλος μας ο Στράτος, έχει σημείο εκκίνησης και τερματισμού τη Βεργίνα και, όπως ο τίτλος του προδιαθέτει, στοχεύει να οδηγήσει τον ποδηλάτη στο να εξερευνήσει ολόκληρη τη διαδρομή που διανύει ο ποταμός Αλιάκμονας, αλλά με την αντίθετη φορά της ροής του: από τα χαμηλά προς τα ψηλά. Από την αχανή, δηλαδή, πεδιάδα κοντά στις εκβολές, μέχρι την απαρχή των πάντων, στα ψηλά βουνά του Γράμμου, εκεί που τεράστιοι όγκοι χιονιού λιώνουν και σχηματίζουν τις πρώτες πηγές και τους πρώτους αύλακες που στην πορεία τους θα ενωθούν σε ένα σώμα και θα δημιουργήσουν αυτόν τον θηριώδη ποταμό.
Βασικό χαρακτηριστικό της διαδρομής είναι ότι δεν περιλαμβάνει διακριτές αναβάσεις, εκτός ίσως από αυτές του Γράμμου, του Βόιου και του Βέρμιου, αλλά στο μεγαλύτερο ποσοστό τους τα υψομετρικά μαζεύονται σιγά σιγά και, μάλλον, αθόρυβα από συνεχόμενα πάνω – κάτω σε ένα τερέν που, όπως παρατήρησε ο Παναγιώτης που έχει ζήσει στη Βρετανία, θυμίζει έντονα τα hilly terrains της Σκοτίας και της Ουαλίας.
Η απόφαση για την πραγματοποίηση αυτού του ταξιδιού είχε ληφθεί πριν από περίπου δύο μήνες, αλλά ο καιρός φέτος γενικά δεν στάθηκε σύμμαχος για τέτοιες περιπέτειες. Αφού το αναβάλλαμε δυο – τρεις φορές, τελικά οι ευοίωνες προβλέψεις για το συγκεκριμένο τριήμερο μας οδήγησαν στο να πάρουμε την απόφαση και την Παρασκευή 24 Απριλίου το πρωί να βρεθούμε στη Βεργίνα για την εκκίνηση της διαδρομής.
Προσωπικά, δεν είχα προετοιμαστεί ιδιαίτερα για αυτή την περιπλάνηση, μιας και λόγω της κάποιας, τέλος πάντων, εμπειρίας είχα δει εκ των προτέρων ότι η διαδρομή είναι σε γενικές γραμμές «βατή», αν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο για μια SR-600, και, όπως και να έρθουν τα πράγματα, θα κατάφερνα τελικά είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο να την ολοκληρώσω επιτυχώς.
Άφησα στον Παναγιώτη το μεγαλύτερο βάρος του σχεδιασμού και της στρατηγικής που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε προκειμένου να καταφέρουμε να φέρουμε εις πέρας την αποστολή μέσα στο χρονικό όριο των 60 ωρών, καθώς θεώρησα – και σωστά όπως αποδείχτηκε – ότι η συγκεκριμένη χάραξη μπορεί να λειτουργήσει άνετα ως ένα «σχολείο» για νέους randonneurs προκειμένου να κάνουν την εισαγωγή τους σε αυτόν τον σκληρό κόσμο των μεγάλων αποστάσεων.
Ο Παναγιώτης δεν είναι σε καμία περίπτωση κανένας χτεσινός, έχει κάνει πολλά και δύσκολα brevets, ολοκληρώσαμε μαζί και την SR της Δυτικής Ηπείρου στις αρχές Μαρτίου (ήταν η πρώτη του), είναι πολύ δυνατό πετάλι και, κυρίως αυτό, έχει το βασικό χαρακτηριστικό που χρειάζεται ένας ποδηλάτης μεγάλων αποστάσεων: ηρεμία και καθαρή σκέψη, ευελιξία στη λήψη αποφάσεων και ανοιχτό μυαλό στις νέες προκλήσεις και αλλαγές που μπορεί να φέρει η ίδια η διαδρομή.
Μία εβδομάδα περίπου πριν την εκκίνηση συμφωνήσαμε ότι, καιρού επιτρέποντος, ίσως να δοκιμάζαμε είτε μία είτε και δύο διανυκτερεύσεις στην ύπαιθρο – επιλέγω συνήθως μικρά και περιφραγμένα ξωκλήσια με βρύσες – και, μετά από μια καλή έρευνα μέσω google street view εντοπίσαμε δύο πιθανά σημεία που θα μπορούσαν να μας στεγάσουν για να περάσουμε τη νύχτα μας.
Ο ύπνος έξω στη φύση σε τέτοιες διαδρομές, το έχω ξαναγράψει και πολύ πιο αναλυτικά αυτό, έχει ένα πολύ θετικό αλλά κι ένα πολύ αρνητικό χαρακτηριστικό: το θετικό είναι ότι δεν σε δεσμεύει να φτάσεις κάπου οπωσδήποτε, καθώς επίσης και ότι είναι δωρεάν. Ένας ξενώνας, για παράδειγμα, είναι σταθερός σε ένα χωριό και κοστίζει. Πρέπει να φτάσεις σώνει και ντε εκεί και να πληρώσεις για να κοιμηθείς λίγες ώρες. Αντίθετα, η φύση είναι άπειρη και μπορείς να θεωρήσεις κρεβάτι σου το οτιδήποτε: ένα παγκάκι, μία στάση, ένα κιόσκι, ένα μικρό εκκλησάκι από τα χιλιάδες που υπάρχουν στα βουνά. Και είναι και δωρεάν. Το αρνητικό, βέβαια, είναι ότι το σώμα κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ξεκουραστεί σωστά, ειδικά αν δεν έχεις τον σωστό εξοπλισμό για ύπνο έξω. Πόσο άνετα να κοιμηθείς στο παγκάκι ή στο ξύλινο κιόσκι; Θες οπωσδήποτε υπόστρωμα και, αναλόγως τις συνθήκες, και υπνόσακο ή τουλάχιστον bivy.
Γενικότερα, θεωρώ το ζήτημα του ύπνου στην ύπαιθρο ως ένα μέρος της περιπέτειας και μου αρέσει σαν ιδέα και πρακτική. Το έχω εφαρμόσει αρκετές φορές και σε άλλες τέτοιες διαδρομές με επιτυχία. Ωστόσο, αυτό είναι και θέμα προσωπικού γούστου, αντοχής στην κακουχία (είναι κακουχία, όπως και να το δει κανείς, μετά από τόσα χιλιόμετρα μέσα στη μέρα να μην έχεις ένα κρεβάτι να σε περιμένει) και ίσως ικανότητας στην προσαρμογή.
Ωστόσο, τρεις μέρες πριν την εκκίνηση, το project με τίτλο «ύπνος στη φύση» πήγε περίπατο. Ο καιρός έδειχνε εξαιρετικός για ποδηλασία, με άριστες συνθήκες θερμοκρασίας και ηλιοφάνειας τη μέρα, αλλά τις νυχτερινές ώρες οι προβλέψεις έδιναν μονοψήφια νούμερα στο θερμόμετρο. Οπότε, χωρίς πολλά πολλά, αποφασίσαμε να καταλήξουμε σε mainstream καταστάσεις διανυκτέρευσης και να αναζητήσουμε κάποια δωμάτια για να κοιμηθούμε τελικά «σαν άνθρωποι».
Συζητώντας μεταξύ μας τις τελευταίες μέρες πριν την αναχώρηση, είχαμε καταλήξει σε τρία βασικά πλάνα, τα οποία θα είχαμε στο μυαλό μας και θα τα αναπροσαρμόζαμε ανάλογα με τις συνθήκες, τον ρυθμό και την αντοχή μας:
Το πρώτο πλάνο:
Βεργίνα – Σιάτιστα (190 χλμ / 4.000 υψομετρικά)
Σιάτιστα – Πεντάλοφος (210 χλμ / 4.300 υψομετρικά)
Πεντάλοφος – Βεργίνα (200 χλμ / 2.500 υψομετρικά)
Το δεύτερο πλάνο:
Βεργίνα – Άργος Ορεστικό (245 χλμ / 4.600 υψομετρικά)
Άργος Ορεστικό – Τσοτύλι (215 χλμ / 4.700 υψομετρικά)
Τσοτύλι – Βεργίνα (140 χλμ / 1.400 υψομετρικά)
Το τρίτο πλάνο:
Βεργίνα – Σιάτιστα (190 χλμ / 4.000 υψομετρικά)
Σιάτιστα – Τσοτύλι (270 χλμ / 5.300 υψομετρικά)
Τσοτύλι – Βεργίνα (140 χλμ / 1.400 υψομετρικά)
Ο Παναγιώτης ήταν ένθερμος υποστηρικτής του πρώτου πλάνου, εγώ του δεύτερου, ενώ και οι δύο ήμασταν θετικά διακείμενοι στο τρίτο. Καταλήξαμε στο να ξεκινήσουμε και να αποφασίσουμε φτάνοντας στη Σιάτιστα τι θα κάνουμε τελικά.
Για το set-up των ποδηλάτων μας, ο Παναγιώτης επέλεξε να βάλει τα πράγματά του σε τσάντα σέλας, τσαντάκια σκελετού και φόρτωσε στην πλάτη του και ένα back pack με τα βασικά πράγματα που ήθελε να χρησιμοποιήσει. Εγώ πήγα στην αγαπημένη μου και συνηθισμένη μου, πλέον, επιλογή για τέτοιες καταστάσεις της σχάρας πάνω στην οποία έδεσα το πολύ βολικό μου σακίδιο με χταπόδια που το κρατούν πολύ σταθερό και ακίνητο, μια λύση που μου δίνει τη δυνατότητα να το έχω άμεσα προσβάσιμο μέσα σε δευτερόλεπτα όταν χρειαστώ κάτι. Δεν αντέχω να έχω τσάντα στην πλάτη μου πάνω στο ποδήλατο για περισσότερες από μία ή δύο ώρες.
ΗΜΕΡΑ 1η
Παρασκευή 24-4-2026
Εκκίνηση στις 08.00 το πρωί από τη Βεργίνα, στην είσοδο του Μουσείου των Βασιλικών Τάφων. Δεν θέλαμε να ξεκινήσουμε πιο νωρίς ή πιο αργά γιατί, όπως και να έρχονταν τα πράγματα, ο βασικός στόχος ήταν να φτάσουμε στη Σιάτιστα, κάτι που φαινόταν ότι δεν θα πάρει πάνω από 13 ώρες. Υπολογίζαμε να είμαστε εκεί στις 21.00 το βράδυ περίπου και, αναλόγως των ορέξεων και της διάθεσης, να δούμε αν θα συνεχίσουμε ή αν θα διανυκτερεύσουμε.
Φωτογραφία κοντρόλ εκκίνησης και το ταξίδι ξεκίνησε!
Τα πρώτα 18 χιλιόμετρα περιλάμβαναν απαλό πεταλάρισμα στον πρωινό κάμπο της Βεργίνας μέσα στις ροδακινιές. Ήταν τόσο ευθειακά που, προς στιγμήν ανησύχησα, μήπως είχα φορτώσει κατά λάθος το gpx πλοήγησης από το brevet του Giannitsofields που είχα κάνει τον Φεβρουάριο! Όμορφες εικόνες με τα πόδια να ζεσταίνονται για τα καλά και να ετοιμάζονται για την πρώτη ανηφόρα της διαδρομής προς το χωριό Πολυδένδρι.
Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάβαση, περίπου 14 χιλιομέτρων με 720 θετικά υψομετρικά. Κάποια σημεία ήταν σκληρά, αλλά σε γενικές γραμμές κύλησε πανέμορφα. Από ψηλά είχαμε οπτική επαφή με τα νερά του Αλιάκμονα στην λίμνη των Ασωμάτων και σιγά σιγά, μόλις φτάσαμε στο υψηλότερο σημείο, ξεκινήσαμε να χάνουμε υψόμετρο μέχρι το χωριό Δάσκιο (51 χλμ) όπου εκεί, στη βρύση του χωριού είναι και το σημείο του κοντρόλ.
Ένα εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της διαδρομής έως εκείνη τη στιγμή, που προς μεγάλη μας έκπληξη και χαρά συνεχίστηκε σχεδόν μέχρι και λίγο πριν τον τερματισμό, ήταν η παντελής απουσία αυτοκινήτων στους δρόμους. Υπήρξαν φορές που για δεκάδες χιλιόμετρα και για ώρες πολλές δεν συναντήσαμε ούτε ένα αυτοκίνητο. «Forgotten Roads», λέγαμε συχνά μεταξύ μας.
Μετά το Δάσκιο βρεθήκαμε γρήγορα στην τεχνητή λίμνη του Πολύφυτου, την οποία διασχίσαμε μέσω της γέφυρας που μας βγάζει στα Σέρβια. Εκεί αποφασίσαμε να κάνουμε μια στάση αναδιάταξης και να φάμε λίγο από το φαγητό που κουβαλούσαμε μαζί μας. Καθίσαμε σε ένα βενζινάδικο που είχε υπόστεγο με ωραίο ίσκιο και αράξαμε για περίπου είκοσι λεπτά. Είχαμε ήδη διανύσει 92 χιλιόμετρα και κάπου 1.800 υψομετρικά σε λιγότερο από 6 ώρες. Όλα πήγαιναν καλά.
Μετά το δυναμωτικό μας διάλειμμα, συνεχίσαμε την πορεία μας δυτικά ανεβοκατεβαίνοντας μικρά λοφάκια που αθόρυβα πρόσθεταν χιλιόμετρα και υψομετρικά. Μια περίεργη χάραξη μέχρι εκείνη τη στιγμή (γενικώς, το μοτίβο και ο χαρακτήρας ολόκληρης της διαδρομής είναι κάπως έτσι) που σε κάνει κάποιες στιγμές να αναρωτιέσαι αν πας γρήγορα ή αργά! Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι τα χιλιόμετρα και οι ώρες περνούν χωρίς να το καταλαβαίνεις. Κάποιες στιγμές νομίζεις ότι η απόσταση δεν καλύπτεται με τίποτα, μετά από λίγο όμως κοιτάς το κοντέρ σου και βλέπεις ότι έχεις διανύσει δέκα χιλιόμετρα σε μισή ώρα!
Επόμενο κοντρόλ στο χωριό Ελάτη (χλμ 124). Φτάσαμε εκεί λίγο μετά τις 16.00 το απόγευμα και μπήκαμε στο χωριό ανεβαίνοντας μια κάπως απότομη ανηφόρα που αποτέλεσε και τη δικαιολογία μας για να κάνουμε μια δεκάλεπτη στάση για νερό και ανασύνταξη. Είχα ξεμείνει λίγο πιο πίσω από τον Παναγιώτη και ο ιδιοκτήτης ενός καφενείου στο κέντρο του χωριού με είδε που έψαχνα για νερό στην στερεμένη βρύση της πλατείας και με φώναξε στο μαγαζί του. Μου γέμισε το παγούρι από τη βρύση της κουζίνας και μου έδωσε ένα παγωμένο μπουκάλι νερό από το ψυγείο αρνούμενος να δεχτεί χρήματα. Σπανίζουν τέτοιες συμπεριφορές σήμερα.
Κοντρόλ Ελάτης
Μετά τη σωματική και ψυχολογική δροσιά, πήραμε πάλι τον δρόμο μας και φύγαμε. Είχαμε ήδη 125 χιλιόμετρα και 2.600 υψομετρικά στα πόδια μας. Με βάση τις πληροφορίες και τις προειδοποιήσεις φίλων που γνώριζαν την περιοχή, αμέσως μετά το χωριό μας περίμενε το πρώτο σοβαρό «μπλόκο» της τετράποδης παρέας. Κάποιοι έλεγαν για ένα μαντρί από το οποίο μπορεί να βγουν και ίσα με τριάντα σκυλιά! Προσωπικά, γενικώς δεν τα φοβάμαι, αντίθετα τα σέβομαι αυτά τα αγέρωχα ζώα που είναι οι αρχηγοί του βουνού.
Ετοίμασα κάμερες, φώτα, τελευταίες οδηγίες λήψης και ορμήξαμε στην κατηφόρα για να περάσουμε μπροστά από τη «στάνη του τρόμου». Ήθελα, σε περίπτωση που επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες, να έχω σε βίντεο την επίθεση!
Τελικά, φίλοι μου, για να μην τα πολυλογούμε, το μόνο που βρήκαμε ήταν ένα ρακένδυτο ψωριάρικο σκυλί περασμένης ηλικίας, μάλλον σοβαρά άρρωστο, που μας κοίταζε περίλυπο ενώ το μαντρί ήταν κλειδωμένο! Προφανώς, η εποχή του ανεβάσματος των ζώων σε μεγαλύτερα υψόμετρα έχει φτάσει και το γέρικο σκυλί ήταν το μόνο που είχε μείνει πίσω για να φυλάει το τίποτα. Ή απλώς έλειπαν όλα εκείνη την ώρα και είχαν πάει με το κοπάδι στο βοσκοτόπι.
«Πολύς ντόρος και μηδέν αποτέλεσμα», σκέφτηκα και έκλεισα την κάμερα.
Η ζωή και το ταξίδι συνεχίστηκε σε λίγο πιο εύκολες οδηγικές συνθήκες με περισσότερη κατηφόρα μέχρι μία ακόμα γέφυρα του Αλιάκμονα μέσω της οποίας φτάσαμε στο χωριό Παναγία.
Ακολούθησε μια επίμονη ανηφόρα περίπου 9 συνεχόμενων χιλιομέτρων που μας κούρασε κάπως και μας οδήγησε σε μια ακόμα μικρή στάση λίγων λεπτών στο Παλαιοχώρι, στο κέντρο του οποίου βρήκαμε μια όμορφη βρύση με πολύ δροσερό νερό.
Η ώρα ήταν περίπου 18.30 το απόγευμα, είχαμε διανύσει 150 χιλιόμετρα και 3.200 υψομετρικά και υπήρχε μια σχετική κούραση. Στο Παλαιοχώρι έγινε συμβούλιο των σοφών και αποφασίσαμε να καταλήξουμε για διανυκτέρευση στη Σιάτιστα. Απέμεναν περίπου 40 χιλιόμετρα και 750 υψομετρικά μέχρι εκεί και ως τις 21.00 το βράδυ υπολογίζαμε να έχουμε φτάσει.
Το πρόγραμμα και το υπόλοιπο της διαδρομής πήγαν πρίμα και ίσα που προλάβαμε να ανάψουμε φώτα και να βάλουμε γιλέκα προτού δούμε τη Σιάτιστα και τον ξενώνα μας να ξεπροβάλουν μπροστά μας. Κάναμε το μπάνιο μας, φάγαμε το φαγητό που είχαμε παραγγείλει, ήπιαμε κι από μια μπύρα, βάλαμε ξυπνητήρι στις 05.00 το πρωί και κοιμηθήκαμε σε δευτερόλεπτα.
ΗΜΕΡΑ 2η
Σάββατο 25-4-2026
Πλέον το πρόγραμμα ήταν σαφές και ξεκάθαρο. Με ελάχιστες στάσεις και κάνοντας ποδήλατο ολημερίς, θα ταξιδεύαμε από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου. Από εκεί και μετά θα είχαμε «απαγόρευση κυκλοφορίας» και θα επενδύαμε στην ξεκούραση!
Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα το ρολόι στο κινητό. Έδειχνε 03.25 τα ξημερώματα. Είχα κοιμηθεί μόλις τέσσερις ώρες, αλλά παρόλα αυτά ένιωθα φρέσκος. Επειδή, ωστόσο, το έχω ξαναδεί το έργο, πίεσα τον εαυτό μου να γυρίσει πλευρό και να συνεχίσω να κοιμάμαι, κάτι που κατάφερα σχετικά εύκολα.
Το ξυπνητήρι χτύπησε στις 05.00 και σε μισή ώρα είχαμε ετοιμαστεί και ανυπομονούσαμε να επιστρέψουμε στον δρόμο. Με το πρώτο φως στον ορίζοντα, κουμπώσαμε και πήγαμε στο σημείο κοντρόλ, λίγο πιο πάνω από το κέντρο της Σιάτιστας.
Κοντρόλ Σιάτιστας
Ακολούθησε μια γρήγορη κατηφορική πορεία που, όμως, δεν μπορέσαμε να ευχαριστηθούμε όπως θέλαμε γιατί η πρωινή υγρασία περόνιαζε ως το κόκαλο. Ευτυχώς είχαμε ντυθεί σωστά. Ευτυχώς δεν είχαμε κοιμηθεί έξω!
Τα επόμενα 50 χιλιόμετρα μέχρι το Άργος Ορεστικό ομολογώ ότι δεν μας ενθουσίασαν ιδιαίτερα όσον αφορά την ομορφιά τους. Είχαν και κάποια «ψιλοκαρφώματα» που έδωσαν κάπου 550 υψομετρικά. Συζητήσαμε μεταξύ μας και παραδεχτήκαμε ότι, αν τελικά είχαμε αποφασίσει να φτάσουμε εκεί την προηγούμενη νύχτα, θα είχαμε περάσει δύσκολα. Χαρήκαμε που κάναμε τελικά την πιο σωστή επιλογή για την περίσταση και αποφασίσαμε να κάνουμε μια καλή στάση για ένα διπλό σκέτο εσπρέσο και μια τυρόπιτα στον πρώτο φούρνο που συναντήσαμε μπαίνοντας στο Άργος.

Το διάλειμμα κράτησε μισή ώρα και αποδείχτηκε σωτήριο και λυτρωτικό για όλη την υπόλοιπη μέρα. Ο καφές μας τόνωσε απίστευτα, νιώθαμε να κατακλυζόμαστε από τρομερή ενέργεια και διάθεση καθώς μπροστά μας είχαμε 60 δύσκολα χιλιόμετρα μέχρι τη Γράμμουστα, που θα μας έδιναν 1.600 υψομετρικά.
Ακολούθησε το επόμενο κοντρόλ στο χωριό Αυγή, όπου φτάσαμε στις 10:12 το πρωί. Γέμισμα στα παγούρια με το δροσερό νερό της βρύσης και γρήγορη αναχώρηση.
Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, το άσπρο μάρμαρο ενός τάφου που έλαμπε στον πρωινό ήλιο και μια γαλανόλευκη που κυμάτιζε μας τράβηξε την προσοχή. Ξεκόψαμε από την πορεία μας και βγήκαμε για λίγο εκτός δρόμου.
Κάτι τέτοια δεν είναι για να τα προσπερνάς διαβάτη, ποδηλάτη, φίλε και ταξιδευτή. Σταματήσαμε μπροστά στον λιτό, μαρμάρινο τάφο. Ήταν πολύ περιποιημένος και καθαρός, η σημαία ακριβώς πάνω από το προσκέφαλο του άγνωστου νεκρού σκέπαζε με τον ίσκιο της τα χαμένα νιάτα. Όνομα και άλλες πληροφορίες δεν υπήρχαν. Πάνω στον σταυρό του σήματος υπήρχε χαραγμένη μόνο η φράση:
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ.
Εκεί θα τον βρήκαν και εκεί θα τον έθαψαν. Άγνωστος στα όρη και στα καταράχια να του ξεπλένει τα οστά η βροχή και να τα ασπρίζει ακόμα περισσότερο ο ήλιος. Κι η μάνα του κι η αδερφή σε μια άλλη μακρινή γωνιά της Ελλάδας για πόσα χρόνια να τον περίμεναν μέχρι που σφάλισαν κι αυτές τα μάτια και δεν τον είδαν πάλι ποτές.
Αιωνία η μνήμη σου άγνωστε, αγνέ κι αγνώριστε που αγνάντεψες αγνισμένος για τελευταία σου φορά τον ήλιο στα βουνά της Μακεδονίας σου.
Βγάλαμε μια φωτογραφία στο σημείο και συνεχίσαμε τον δρόμο μας.

Φτάναμε κιόλας στη διασταύρωση στο Μελάνθιο, όπου οι φίλοι της βόρειας Ελλάδας μας είχαν προειδοποιήσει για ενδεχόμενο σοβαρής εμπλοκής με τα τσοπανόσκυλα που στήνουν ενέδρα σε ανυποψίαστους ποδηλάτες στο σημείο!
Για άλλη μια φορά ετοιμάστηκα για βιντεοληπτικό υλικό υπερπαραγωγής, για άλλη μια φορά τζίφος και μηδέν εις το πηλίκον! Σκυλιά γιοκ! Πάει κι αυτό.
Η διαδρομή όσο πήγαινε γινόταν ολοένα και πιο όμορφη. Η μέρα ήταν ούτως ή άλλως υπέροχη από άποψη φωτός και θερμοκρασίας. Το οδόστρωμα εξαιρετικό και, αμέσως μετά το Νεστόριο (χλμ 268) ξεκίνησε σταδιακά η μεγάλη και μακρά ανάβαση μέχρι τη Γράμμουστα.
Πρόκειται για μια ανάβαση – ποίημα. Δεν την είχα ξανακάνει ποτέ μου και μπορώ να πω ότι όχι απλώς με εντυπωσίασε, αλλά με ενθουσίασε κιόλας. Συνολικά, σε 36 χιλιόμετρα χαρίζει απλόχερα 1.100 υψομετρικά αλλά περιλαμβάνει και κάποια κατηφορικά τμήματα, τα οποία λειτουργούν απίστευτα ευεργετικά για το σώμα προκειμένου να πάρει δυνάμεις και απαραίτητες ανάσες.
Ανεβαίνοντας τον Γράμμο, είδα για κλάσματα του δευτερολέπτου έναν ποδηλάτη να κατεβαίνει αφρενάριστος. Προτού προλάβω καν να τον χαιρετήσω, τον άκουσα να φωνάζει «δάσκαλεεεε» και να χάνεται στην επόμενη στροφή!
«Φίρμα έχεις γίνει, άτιμε!», είπα στον εαυτό μου.
Λίγα δευτερόλεπτα μετά, συνειδητοποιώντας τη γεωγραφία της ευρύτερης περιοχής, τη χρειά της φωνής και το ποδήλατο, έκανα τις απαραίτητες εξισώσεις και έβγαλα το ασφαλές συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος – αστραπή ήταν σίγουρα ο φίλος μας ο Χρήστος Στοΐδης.
«Θα ήρθε να κάνει μια προπονησούλα 200 χιλιόμετρα με 4.000 υψομετρικά να ξεπιαστεί», είπα πάλι στον εαυτό μου και, πράγματι, κάτι τέτοιο είχε συμβεί, όπως διαπίστωσα αργότερα στο Strava!
Συνεχίσαμε να ανεβαίνουμε προς Γράμμουστα. Οι κλίσεις εναλλάσσονταν μεταξύ μονοψήφιων και διψήφιων, αλλά τα πόδια τραβούσαν πολύ καλά ενώ το μαγικό τοπίο μπροστά, πίσω, δεξιά κι αριστερά μας έδινε τη δική του ώθηση.


Φτάσαμε στην είσοδο του χωριού στις 14:05 το μεσημέρι. Είχαμε συμπληρώσει 303 χιλιόμετρα και 6.200 υψομετρικά σε ακριβώς 30 ώρες. Όλα πήγαιναν ρολόι και το πρόγραμμα τηρούνταν κατά γράμμα.
Τραβήξαμε τη φωτογραφία κοντρόλ στην πινακίδα και καθίσαμε σε ένα υπόστεγο να ξεκουραστούμε. Από πάνω μας επέβλεπε αυστηρός και απόκοσμα γαλήνιος ο χιονισμένος Γράμμος. Μείναμε εκεί για μισή ώρα κοιτάζοντας τον τρόπο που λιώνουν τα χιόνια και σχηματίζουν τους πρώτους ρύακες που θα ενωθούν και με άλλους και αφού ταξιδέψουν για εκατοντάδες χιλιόμετρα θα φτάσουν στον κάμπο της Μακεδονίας και με το όνομα Αλιάκμονας θα χυθούν τελικά στον Θερμαϊκό. Συνταξιδιώτες αυτών των νερών θα ήμασταν κι εμείς.
Πήραμε σιγά σιγά τον δρόμο της επιστροφής. Θυμάμαι να είμαι προσεκτικός στη γρήγορη κατάβαση, αλλά κάμποσες φορές έπιασα τον εαυτό μου να γυρίζω πίσω το κεφάλι στιγμιαία για να ξαναδώ μια ακόμα φορά τον Γράμμο. Τελικά, κάποια στιγμή, οι κορυφές του χάθηκαν οριστικά από τα μάτια μας.
Το ταξίδι συνεχίστηκε σε σχετικά γρήγορο έως και πολύ γρήγορο ρυθμό καθώς χάναμε συνεχώς υψόμετρο. Που και που εμφανίζονταν μερικοί «τοίχοι» τους οποίους ανεβαίναμε, προσθέταμε κάποια υψομετρικά και συνεχίζαμε δυνατά. Πανέμορφα τοπία και πανέμορφα χωριά με το Επταχώρι να κερδίζει τις εντυπώσεις. Μου άρεσε πολύ αυτό το χωριό.
Επταχώρι
Η μαγεία της δεύτερης μέρας έμοιαζε ατελείωτη και συνεχώς κάθε χιλιόμετρο φάνταζε να κρύβει μια δική του ξεχωριστή ομορφιά. Η διαδρομή από το Επταχώρι μέχρι το Δοτσικό και την Καλλονή έδινε αυτό που μόνο ένα Super Randonnee μπορεί να δώσει: αγνή και κρυστάλλινη βουνίσια εικόνα. Απέραντα βοσκοτόπια και δασωμένες πλαγιές, μικρά χωριά χτισμένα στο πουθενά, καθαρός αέρας εξαγνισμένος από το θυμάρι και το έλατο. Ήξερα ότι έπρεπε να συνεχίσω να κάνω πετάλι για να φτάσουμε σωστά στην ώρα μας στο σημείο διανυκτέρευσης, αλλά από την άλλη αυτό με στενοχωρούσε κάπως γιατί κάθε πεταλιά θα με έπαιρνε μακριά από εκείνα τα μέρη. Αυτό το περίεργο αίσθημα χαρμολύπης που μας πιάνει και που απαιτεί από κάποιον να το έχει βιώσει για να το κατανοήσει.


Τελευταίο κοντρόλ της μέρας στο χωριό Καλλονή που το όνομά του είναι η έγγραφη απόδειξη του κάλλους της περιοχής. Δεν γινόταν να ονομαστεί αλλιώς αυτό το χωριό. Ήμασταν εκεί στις 19:27 το απόγευμα. Είχαμε ολοκληρώσει 380 χιλιόμετρα και 7.700 υψομετρικά σε λιγότερο από 36 ώρες. Κάναμε μια σύντομη στάση στο σημείο κοντρόλ, μπροστά στη βρύση του χωριού, γεμίσαμε τα παγούρια, πιάσαμε μια σύντομη στιχομυθία με έναν κάτοικο του χωριού που δήλωσε…ποδηλάτης και φύγαμε για τα τελευταία 20 χιλιόμετρα της μέρας μέχρι την Πεντάλοφο.
Είχε πιάσει να σουρουπώνει πίσω από τις ψηλές κορυφές και δεν προλαβαίναμε να μετράμε ζαρκάδια που είχαν αρχίσει να βγαίνουν για βοσκή καλυμμένα στην ασφάλεια που προσφέρει το σκοτάδι στις φοβισμένες ψυχές τους.
«Πόσοι και πόσοι άνθρωποι δεν είναι σαν κι αυτά», είπα με τον εαυτό μου.
«Ψυχές αδύναμες, ψυχές αγνές, άχραντες κι αμόλυντες που όμως τις νίκησε και τις υπόταξε ο φόβος. Και τριγυρίζουν στα σκοτάδια και ψάχνουν να βρουν την ασφαλή τους σανίδα για τη σωτηρία. Όποια σκοτάδια κι αν είναι αυτά. Είτε τα πραγματικά σκοτάδια της νύχτας, είτε τα σκοτάδια που τα λένε ναρκωτικά, δηλητήρια και φαρμάκια που δίνουν και παίρνουν ακατασίγαστα και γεμίζουν τις μέρες και την αγορά των ανθρώπων».
Από την Καλλονή και μετά είχαμε περίπου 20 χιλιόμετρα με 500 θετικά υψομετρικά μέχρι την Πεντάλοφο, όπου θα μέναμε τη νύχτα. Ο Παναγιώτης τράβηξε λίγο πιο μπροστά, εγώ έμεινα λιγάκι πιο πίσω. Πολύ απαλή και ήπια ανάβαση λίγο πριν το χωριό, φτάνοντας εκεί οι τελευταίες ακτίδες φωτός ήταν έτοιμες να χαθούν στο βάθος του ορίζοντα. Με εξαιρετική διαχείριση χρόνου, στάσεων και προγράμματος τα είχαμε καταφέρει για δεύτερη συνεχόμενη μέρα. Η είσοδος στην Πεντάλοφο στις 21:08 σηματοδότησε το τέλος της δεύτερης ποδηλατικής μέρας. Είχαμε ολοκληρώσει 401 χιλιόμετρα και 8.300 υψομετρικά σε 37 ώρες.

Όπως θα ξέρουν οι περισσότεροι φίλοι αναγνώστες που διαβάζουν καμιά φορά τις ποδηλατικές ιστορίες μου, έχω μια μικρή παράδοση να μου συμβαίνουν περίεργες περιπέτειες σε κάθε Super Randonnee που πάω να κάνω. Δεν ξέρω πού ακριβώς οφείλεται αυτό που συμβαίνει, αλλά συμβαίνει. Να πω την αλήθεια, είχα φτάσει να ανησυχώ που είχαν συμπληρωθεί δύο μέρες και δεν είχε συμβεί καμία αναποδιά. Φευ!
Στην είσοδο του χωριού με περίμενε ο Παναγιώτης, που είχε φτάσει πρώτος εκεί. Ήταν εμφανώς ανήσυχος και νευριασμένος γιατί, από το πουθενά, το κινητό του παρέδωσε πνεύμα. Λέγοντας παρέδωσε πνεύμα, εννοώ ότι «κράσαρε». Το λειτουργικό σύστημα του Android έβγαζε σφάλμα και ζητούσε reset και επιστροφή στις εργοστασιακές ρυθμίσεις. Αυτό, όντως, ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα καθώς, συν τοις άλλοις, με το συγκεκριμένο κινητό είχε τραβήξει όλες τις δικές του φωτογραφίες κοντρόλ της διαδρομής μέχρι εκείνη τη στιγμή. Του είπα να ηρεμήσει προς το παρόν και να καθίσουμε στην πρώτη ψησταριά που βρήκαμε μπροστά μας να φάμε και να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Κάθε πρόβλημα υποχρεωτικά θα έχει και τη λύση του. Απλώς χρειάζεται μια χοιρινή τηγανιά και δυο μπύρες για να δουλέψει καλύτερα το μυαλό!
Καθίσαμε, παραγγείλαμε και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να βγάλω με το δικό μου κινητό μια φωτογραφία της οθόνης του Παναγιώτη όπου εμφανιζόταν το σφάλμα, προκειμένου να την έχω και από τα metadata της να πιστοποιείται η ώρα λήψης. Τη φωτογραφία την έστειλα στον διοργανωτή επί τόπου, αναφέροντάς του το πρόβλημα. Τώρα κάποιος θα μπορούσε να πει «μα καλά, δεν μπορούσατε να βγάζετε φωτογραφίες και τα δύο ποδήλατα ταυτόχρονα με τα δύο κινητά σας;». Ναι, θα μπορούσαμε, αλλά δεν το κάναμε. Ο καθένας είχε τραβήξει τις δικές του, κυρίως γιατί ο Παναγιώτης έφτανε λίγο νωρίτερα από μένα στα σημεία κοντρόλ, έβγαζε φωτογραφία και μετά άραζε λίγο πιο πέρα μετακινώντας και το ποδήλατο.
Ο Στράτος, ο διοργανωτής της SR, μας καθησύχασε λέγοντας να βγάζουμε κοινές φωτογραφίες με το δικό μου κινητό μέχρι το τέλος και από εκεί και μετά θα έβρισκε αυτός έναν τρόπο για να δούμε τι θα κάναμε με τις, μάλλον, χαμένες φωτογραφίες που είχαν αποθηκευτεί στον σκληρό δίσκο του κρασαρισμένου κινητού.

Αφού φάγαμε το φαγητό μας και ετοιμαζόμασταν να φύγουμε για τον ξενώνα, ξεκίνησαν τα…όργανα! Κυριολεκτώ!
Στο διπλανό μαγαζί γινόταν αρραβώνας! Καλεσμένοι με κοστούμια και κυρίες με τα καλά τους φορέματα σέρναν τον χορό στον δρόμο μαζί με τη μέλλουσα νύφη και τον μέλλοντα γαμπρό! Είχαν και φωτογράφο για να καλύψει το γεγονός, βγάλανε φωτογραφίες όλοι μαζί με ένα υπέροχο και σουρεάλ background: αρματωμένα ποδήλατα με αναμμένα φώτα και ανακλαστικά γιλέκα κρεμασμένα στη σέλα!
Περπατήσαμε σπρώχνοντας τα ποδήλατα μέχρι τον ξενώνα που ήταν λίγα μέτρα παρακάτω. Ευτυχώς ήταν πέτρινος με καλή ηχομόνωση γιατί ήμασταν κουρασμένοι και θέλαμε επειγόντως να ηρεμήσουμε και να κοιμηθούμε. Δεν είχαμε καμία διάθεση να ξενυχτήσουμε υπό τους ήχους των χάλκινων και των κλαρίνων.
Με γρήγορες κινήσεις κάναμε τα προβλεπόμενα και απαραίτητα: μπάνιο, προετοιμασία των ρούχων της επόμενης μέρας για να μην χάσουμε χρόνο το πρωί, ξυπνητήρια στις 05.00 και, χωρίς να καταλάβουμε πως, πέσαμε σε βαθύ ύπνο. Όλα καλά.
ΗΜΕΡΑ 3η
Κυριακή 26-4-2026
Άνοιξα τα μάτια λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Ένιωθα λίγο βαρύς, όχι πολύ, αλλά πάντως όχι τόσο φρέσκος όσο την προηγούμενη μέρα. Έμεινα λίγο ακόμα στο κρεβάτι και σε λίγα λεπτά το χτύπημα του ρολογιού σήμανε το επίσημο εγερτήριο.
Σηκωθήκαμε και ετοιμαστήκαμε με αργές κινήσεις μιας και δεν είχαμε και πολλά να κάνουμε. Περιμέναμε να σπάσει λίγο το πυκνό σκοτάδι και στις 05.52 ακριβώς που ο ουρανός πήρε να ανοίγει βγήκαμε στον δρόμο. Μας απέμεναν 199 χιλιόμετρα με 2.500 υψομετρικά και το χρονικό περιθώριο που είχαμε ήταν λίγο παραπάνω από 14 ώρες. Με έναν στοιχειώδη ρυθμό και εκτός απροόπτου, ο επιτυχής τερματισμός έμοιαζε πλέον σίγουρος.
Στα Super Randonnee και στα brevets έχω ανακαλύψει έναν αόρατο φίλο συμποδηλάτη. Αυτόν που το Garmin ονομάζει virtual partner, εγώ, που δεν έχω Garmin, τον έχω ονομάσει «ποδηλάτη σκιά». Ο «ποδηλάτης σκιά» ξεκινάει κάθε φορά μαζί μου τη διαδρομή, αλλά έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό: ταξιδεύει πάντοτε με τη μέση ταχύτητα που χρειάζεται έτσι ώστε να τερματίσει στο όριο του χρόνου. Σε ένα SR-600 για παράδειγμα, με όριο χρόνου 60 ώρες, ο «ποδηλάτης σκιά» πηγαίνει πάντα με 10 χιλιόμετρα την ώρα. Ανηφόρα – κατηφόρα, νύχτα και μέρα, δεν σταματάει ποτέ και πουθενά, δεν τρώει και δεν πίνει, ούτε κοιμάται. Διατηρεί πάντα την ταχύτητα που χρειάζεται για να φτάσει στον τερματισμό στις 60 ώρες ακριβώς.
Έχοντας πάντα στο μυαλό μου την ύπαρξη και τις επιδόσεις του «ποδηλάτη σκιά», μπορώ να υπολογίζω ανά πάσα ώρα και στιγμή το πού βρίσκομαι όσον αφορά τη συνολική απόσταση και τον χρόνο που έχω στη διάθεσή μου. Για παράδειγμα, μετά από 20 ώρες, ο «ποδηλάτης σκιά» έχει διανύσει ακριβώς 200 χιλιόμετρα. Αν εγώ έχω κάνει λιγότερα, ξέρω ότι είμαι εκτός χρόνου και πρέπει να πιέσω. Αν έχω κάνει περισσότερα, νιώθω καλά και άνετος.
Το προηγούμενο βράδυ, φτάσαμε στην Πεντάλοφο σε 37 ώρες. Είχαμε διανύσει 401 χιλιόμετρα και 8.300 υψομετρικά. Ο «ποδηλάτης σκιά» την ίδια ώρα βρισκόταν κάπου 30 χιλιόμετρα πιο πίσω, στο χιλιόμετρο 370. Προφανώς, μέσα στη νύχτα, που εμείς θα κοιμόμασταν, αυτός θα κάλυπτε τη διαφορά και θα μας προσπερνούσε. Το πρωί που θα αναχωρούσαμε στις 06.00 από το χιλιόμετρο 401, αυτός θα είχε φτάσει ήδη στο 460. Θεωρητικά, υπό άλλες προϋποθέσεις, θα έπρεπε λίγο να ανησυχήσουμε, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση τα λίγα υψομετρικά της τελευταίας μέρας μας καθησύχαζαν ότι σύντομα θα καλύπταμε την απόσταση που μας χώριζε και θα τον περνούσαμε.
Εγκαταλείψαμε, λοιπόν, τον ξενώνα μας στις 05.52 τα ξημερώματα και βάλαμε πορεία βορειοδυτικά προκειμένου να διασχίσουμε το όρος Βόιο και να φτάσουμε στο Τσοτύλι. Το πρόγραμμα έλεγε αυστηρή και αδιάλειπτη ποδηλασία μέχρι Τσοτύλι και, αν φτάναμε στην υπολογιζόμενη ώρα, να επιτρέπαμε στους εαυτούς μας ένα απαραίτητο πρώτο πρωινό διάλειμμα για ένα γρήγορο διπλό εσπρέσο τόνωσης.
Από την Πεντάλοφο μέχρι το Τσοτύλι μας χώριζαν 55 χιλιόμετρα, τα οποία είχαν πολύ ομορφιά, αλλά έπρεπε να την πληρώσουμε με την αντίστοιχη δόση δυσκολίας των περίπου 1.100 συνολικών θετικών υψομετρικών. Ωστόσο, η ανατολή του ηλίου στις πλαγιές του Βόιου έπαιρνε από πάνω μας οποιαδήποτε υπόνοια δυσφορίας άφηναν οι κλίσεις στις ανηφόρες.
Στην είσοδο ενός χωριού, ο περαστικός μένει αποσβολωμένος από μια σουρεάλ προειδοποίηση γραμμένη με κόκκινη μπογιά στον δρόμο. Την παραθέτω χωρίς περισσότερα σχόλια:
Κάποια στιγμή, μετά το ξεκόρφισμα στη διασταύρωση του χωριού Αυγερινός, ξεκινήσαμε να κατηφορίζουμε. Όμορφες πρωινές εικόνες μέσα στο δάσος, με τα τελευταία ζαρκάδια που είχαν ξεχαστεί από τη νύχτα να τρομάζουν από τον ήχο των τροχών μας και να εξαφανίζονται με τεράστιες ταχύτητες μέσα στα πυκνά δέντρα.
Μετά το χωριό Πολυκάστανο μας περίμενε ένα πρωινό μπλόκο μπροστά από το τοπικό μαντρί, που μας ανάγκασε να κόψουμε ταχύτητα στην απότομη κατηφόρα. Δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις και εγγυήσεις και τα πνεύματα ηρέμησαν πολύ γρήγορα. Είναι απίστευτο το πόσο ευφυή είναι τα ποιμενικά σκυλιά, όταν είναι αληθινά ποιμενικά. Σχεδόν σκύβουν το κεφάλι από ντροπή, όταν αντιληφθούν ότι δεν έχεις καμία πρόθεση να δημιουργήσεις πρόβλημα στο κοπάδι που τάχτηκαν να φυλάνε. Μόνο απέραντο σεβασμό νιώθω για αυτά τα αγέρωχα ζώα.

Συνεχίσαμε να κατηφορίζουμε με γρήγορο ρυθμό και σύντομα φτάσαμε στο χωριό Κλεισώρια, από όπου ξεκινάει μια απότομη και κάπως παρατεταμένη ανάβαση μέχρι τη Δαμασκηνιά. Ίσως επειδή ήταν πρωί, ίσως επειδή το σώμα είχε κρυώσει κάπως από τις προηγούμενες γρήγορες κατηφόρες, η ανηφόρα αυτή με έκανε να τη νιώσω για τα καλά.
Ωστόσο, φτάσαμε αισίως στην είσοδο του χωριού και στο μνημείο που έχει στηθεί προς τιμήν του Παύλου Μελά βγάλαμε τη φωτογραφία που προβλέπεται για το κοντρόλ. Η ώρα ήταν 08.09 το πρωί.
Κοντρόλ Δαμασκηνιάς
Ακολούθησε μια απολαυστική κατάβαση και μερικά σύντομα πάνω – κάτω μέχρι να φτάσουμε τελικά στο Τσοτύλι. Τσεκάραμε χρόνους, χιλιόμετρα, υψομετρικά, είδαμε ότι η απόσταση από τον «ποδηλάτη σκιά» έχει μειωθεί αρκετά παρόλο που είχαμε τις πρωινές ανηφόρες. Γεμίσαμε αυτοπεποίθηση και επιβραβεύσαμε τον εαυτό μας με ένα γενναίο διάλειμμα 30 λεπτών για ένα εσπρέσο που έφτασε μέχρι και το τελευταίο κύτταρο του σώματος και το ζωντάνεψε.
Με την παρέλευση του προβλεπόμενου χρόνου διαλείμματος δόθηκε το σύνθημα της επιστροφής στη διαδρομή. Τι είχαν απομείνει πια; Κάπου 140 χιλιόμετρα με 1.500 υψομετρικά και ένα χρονικό περιθώριο 10 ωρών. Ο «ποδηλάτης σκιά» εξακολουθούσε να βρίσκεται 40 χιλιόμετρα μπροστά μας, αλλά πλέον εμείς θα είχαμε τις γρήγορες ευθείες ενώ αυτός θα συνέχιζε να κινείται σταθερά με 10 χιλιόμετρα την ώρα.
Οι όμορφες εικόνες σε πιο χαμηλά υψόμετρα, όμως, τώρα συνεχίστηκαν.

Ακολούθησαν πολύ γρήγορα ευθειακά τμήματα μετά την Σιάτιστα και, λίγο πριν την Κοζάνη, στο χωριό Ξηρολίμνη, κάναμε ένα σύντομο διάλειμμα σε ένα βενζινάδικο για κάποιους γρήγορους υδατάνθρακες. Εκεί άλλαξα και κολάν αντικαθιστώντας το μακρύ με το κοντό μιας και η ζέστη είχε αρχίσει να κυριαρχεί. Αναδιαταχτήκαμε, αναδιοργανωθήκαμε και ξανά φουλ επίθεση στο πετάλι.
Τις ευθείες στους κάμπους δεν τις μπορώ. Δεν είμαι τέτοιος ποδηλάτης, δεν μου αρέσουν. Ειδικά αν είναι μακριές και αν ο αέρας φυσάει κόντρα, μου έρχεται να κλάψω από απελπισία! Ευτυχώς, σε ολόκληρο αυτό το μεγάλο κομμάτι στον κάμπο της Κοζάνης, ο αέρας ήταν ευνοϊκός και τα πόδια στρόφαραν σε φυσιολογικές ροπές.
Περίπου στις 14.00 το μεσημέρι φτάσαμε στον Πολύμυλο και πήραμε να ανηφορίζουμε τη μεγάλη ανάβαση στο Βέρμιο για την Παναγία Σουμελά. Μακάριζα τον εαυτό μου που επέλεξα να κάνω τη συγκεκριμένη ανηφόρα αυτή την εποχή. Ο ήλιος του μεσημεριού χτυπούσε με αισθητή θερμοκρασία 32 βαθμών στο κεφάλι και ούτε που θέλω να σκέφτομαι πώς μπορεί να είναι η κατάσταση σε αντίστοιχη ώρα καλοκαιρινού μήνα! Στην ουσία ξέρω πώς είναι, τα έζησα για τα καλά πέρυσι τον Ιούνιο στην SR της Πελοποννήσου, να μας λείπουν τέτοιες επαναλήψεις!
Η ανηφόρα στο Βέρμιο ήταν, ομολογουμένως, δύσκολη. Επιβαρυντικός παράγοντας ήταν σίγουρα τα ήδη 540 διανυθέντα χιλιόμετρα και σχεδόν 10.000 υψομετρικά που είχαμε κάνει ως εκείνη την ώρα. Δεν ξέρω αν σε συνθήκες πιο χαλαρής διαδρομής οι ποδηλάτες που έχουν ανέβει το Βέρμιο έχουν άλλη αίσθηση, εγώ πάντως με τις δεδομένες συνθήκες ζέστης και σωρευμένης κούρασης ζορίστηκα αρκετά.
Ωστόσο, επειδή πάντα η ψυχολογία είναι βασικός και πολλές φορές καθοριστικός παράγοντας σε τέτοια πράγματα, το γεγονός ότι γνώριζα πως φτάνοντας στην κορυφή τα πάντα σχεδόν θα έχουν τελειώσει μιας και θα ακολουθούσαν 45 χιλιόμετρα κατηφόρας και ευθείας, με έκανε να αντλώ συνεχώς έξτρα δυνάμεις και απλώς να στροφάρω σε χαμηλές ταχύτητες.
Έκανα σχεδόν μιάμιση ώρα τα κάπου 15 χιλιόμετρα συνεχούς ανηφόρας που πρόσθεσαν τα τελευταία 650 θετικά υψομετρικά της διαδρομής. Φτάνοντας στο χωριό Ζωοδόχος Πηγή, είδα με χαρά ότι η βρύση στο κέντρο του χωριού ήταν μια πραγματική ζωοδόχος πηγή με κρυστάλλινο νερό, που έσβησε σχεδόν μεμιάς ολόκληρη την κούραση της ανηφόρας. Ήταν και η ψυχολογία αλλιώς, πλέον. Όλα τα δύσκολα είχαν τελειώσει.
Φτάσαμε κατηφορικά μέχρι την Παναγία Σουμελά. Την παρηγοριά, το μεγαλείο και την απελπισία των ξεριζωμένων της παλιάς πατρίδας. Δεν μου άρεσε που είδα μια σχεδόν τουριστική κατάσταση στο μοναστήρι αυτό. Δεν θα συμφωνούσαν με αυτή την εικόνα οι κτήτορες του μοναστηριού που, πέτρα την πέτρα, έχτισαν στις πλαγιές του Βέρμιου το αντίγραφο της αλήθειας για να σκεπάσουν την ελπίδα τους.
Βγάλαμε τη φωτογραφία κοντρόλ ακριβώς στην είσοδο της εκκλησίας. Στάθηκα για λίγο παράμερα. Δεν κράτησα τη σιωπή μου για την πίστη που δεν έχω. Αλλά για την πίστη εκείνων που πάνω από τον εαυτό τους έβαλαν τα ιερά και τα όσια της φυλής.

Όλα τα χάσαμε όλα
Και μόνο φόρτωσε
Το πιο στερνό καράβι
Την ώρα του χαμού
Φόρτωσε την ελπίδα του ξαναγυρισμού
Αυτή είναι η ουσία του να πας στην Παναγία Σουμελά, φίλε αναγνώστη.
Φύγαμε.
Η ώρα ήταν σχεδόν 16.00 και είχαν απομείνει 42 χιλιόμετρα με σχεδόν μηδενικά υψομετρικά μέχρι τον τερματισμό στη Βεργίνα. Χρονικό όριο 4 ώρες.
Ξεκινώντας να κατηφορίζουμε προς το πανέμορφο χωριό Καστανιά, προσπεράσαμε για τελευταία φορά τον «ποδηλάτη σκιά», ο οποίος έδινε τον ρυθμό για σχεδόν τρεις μέρες και μας είχε περάσει στην προηγούμενη δύσκολη ανάβαση του ανατολικού Βέρμιου. Πώς αλλιώς, αφού εγώ ανέβαινα με έξι χιλιόμετρα ενώ αυτός αγέρωχος και σταθερός με δέκα!
Τα 42 τελευταία χιλιόμετρα έγιναν σχεδόν διεκπαιρεωτικά και αντιμετωπίστηκαν με «επαγγελματικό» τρόπο. Πολύ γρήγορη κατάβαση από την Καστανιά, σφαιράτη ποδηλασία προς Βέροια κι ένα μικρό μπέρδεμα με το gps στην είσοδο της πόλης. Τελικά βρήκαμε έναν μικρό χωματόδρομο είκοσι μέτρων και επανήλθαμε στον κεντρικό για να κατέβουμε στον κάμπο της Βεργίνας για τα τελευταία 18 χιλιόμετρα αποκατάστασης και ήσυχης διαδρομής στα καταπράσινα και γόνιμα εδάφη που ποτίζουν τα νερά του Αλιάκμονα από τα λιωμένα χιόνια του Γράμμου.
Φτάσαμε στο σημείο τερματισμού, στο σημείο από όπου πριν 57 ώρες και 37 λεπτά είχαμε ξεκινήσει την περιπέτεια. Φτάσαμε υγιείς, ακμαίοι και γεμάτοι ευγνωμοσύνη για τις στιγμές που μας χαρίζονται σε αυτό το σύντομο πέρασμά μας από την καμπύλη του χωροχρόνου που ονομάζεται ζωή και που αναλογεί στον καθένα από εμάς. Δεν έχουν όλοι αυτές τις ευκαιρίες και αυτές τις στιγμές. Είναι μοναδικό αυτό το δώρο, μη αναβλητό και μη αναστρέψιμο. Είναι έγκλημα να το σπαταλάμε μέσα στη ζάλη ενός αστείου παραλογισμού.
Φωτογραφία τερματισμού και τα υπόλοιπα πέρασαν στην ιστορία.
Φωτο κοντρόλ τερματισμού - Βεργίνα Βασιλικοί Τάφοι
Ευχαριστώ τον Παναγιώτη που με ακολούθησε σε μια ακόμα αλλοκοτιά, σε μια ακόμα περιπέτεια που, όπως και να το κάνουμε, απέχει από τις σταθερές της κοινής λογικής των πολλών. Είναι σπουδαίο ταλέντο στις μεγάλες αποστάσεις ο Παναγιώτης και είμαι σίγουρος ότι θα έχει πολλές επιτυχίες στο μέλλον, όσον αφορά τις μεγάλες ποδηλατικές προκλήσεις.
Κλείνω την περιγραφή εδώ. Αντί για επίλογο, θα βάλω το σχόλιο που μου άφησε στο Facebook ο καλός μου φίλος Γιάννης Στεφανίδης, λίγο πριν την εκκίνηση αυτού του επικού ταξιδιού. Είναι στίχοι από την Οδύσσεια και τους είχα διαρκώς στο μυαλό μου καθ’ όλη τη διάρκεια αυτού του τριημέρου. Ενός τριημέρου – ωδή στο randonneuring και στην τουριστική και ταξιδιωτική ποδηλασία.
Ευχαριστώ, Γιάννη.
ΥΓ. Ο Στράτος κατόρθωσε να βρει τρόπο να λύσει το πρόβλημα με τις χαμένες φωτογραφίες κοντρόλ από το κινητό του Παναγιώτη και να πάρουμε τελικά αμφότεροι, δίκαια, το homologation του Randonneur.
Όλα πήγαν, ήρθαν και κύλησαν ομαλά.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου