Giro di Giannitsofields "Ένας πίνακας φτιαγμένος με ψηφίδες ευτυχίας"
Ο ήλιος της τελευταίας μέρας του Φλεβάρη μόλις είχε αρχίσει να δίνει τα πρώτα απαλά πρωινά του χάδια στον κάμπο της κεντρικής Μακεδονίας και στα μάρμαρα των τάφων της Βεργίνας. Εκεί που για δυόμιση χιλιάδες χρόνια κοιμάται τον ύπνο τον ανεξύπνητο ο μεγάλος βασιλιάς των Μακεδόνων, αυτός που μοίρα σκληρή τον χτύπησε μία στο μάτι και μία στο στήθος. Και που έκαμε έναν γιο. Έναν, αλλά λέοντα.
Μαζί με τους αγρούς και τα βασιλικά μνήματα ο ήλιος της Βεργίνας πήρε να ρίχνει και μια δέσμη από φως στο σημείο που εκείνη την ώρα είχαν συγκεντρωθεί εκατόν δέκα αγνοί άνθρωποι. Καθαροί στο μέσα και στο έξω τους. Εκατόν δέκα ψυχές που έγιναν οι ψηφίδες ενός έργου τέχνης που ξεκίνησε να παίρνει μορφή πάνω στην πρωινή υγρασία της ασφάλτου. Δεν ήταν απλώς ποδηλάτες. Ήταν συνοδοιπόροι σε ένα ταξίδι 200 χιλιομέτρων, όπου ο προορισμός ήταν και είναι πάντα δευτερεύων μπροστά στο «μαζί».
Δυσκολευόσουν να τους ξεχωρίσεις γιατί το χαμόγελό τους ήταν ολόιδιο. Κι όταν δυο, τρεις ή πολλοί άνθρωποι έχουν στο πρόσωπο το ίδιο ζεστό χαμόγελο, μοιάζουν μεταξύ τους. Αδέρφια μιας ίδιας, κοινής καταγωγής και αντίληψης.
Με αγκάλιασαν και με φίλησαν άνθρωποι που δεν τους έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Άλλοι που μιλάμε συχνά ή και πολύ συχνά στο ίντερνετ αλλά δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ από κοντά. Αλλά και άνθρωποι που συναντιόμαστε μόνο μία, δύο ή σπανιότερα τρεις φορές τον χρόνο. Είναι παράξενο αλλά τους ένιωθα όλους σαν δικούς μου ανθρώπους. Οι εκκινήσεις στα brevets έχουν πάντα τη δικιά τους μυσταγωγία.
Το κλικ των παπουτσιών στα πετάλια αντήχησε σαν τον πρώτο χτύπο μιας καρδιάς που ξυπνά. Κάθε χαμόγελο κάτω από το κράνος, κάθε πείραγμα για τα χιλιόμετρα που έρχονταν και κάθε ζεστή χειραψία κι αγκαλιά, πρόσθεταν χρώμα στον καμβά. Ήταν η ευτυχία της προσμονής, εκείνη η σπάνια ενέργεια που νιώθει κανείς όταν ξέρει πως, για τις επόμενες ώρες, ο κόσμος του θα περιοριστεί σε δύο τροχούς και στην ανάσα του διπλανού του.
Καθώς το πελοτόν ξεχύθηκε στον δρόμο, ο πίνακας κίνησε να ζωντανεύει. Οι ψηφίδες σκορπίστηκαν στις πλαγιές και στους κάμπους της απέραντης πεδιάδας των Γιαννιτσών, αλλά έμεναν ενωμένες από ένα αόρατο νήμα αλληλεγγύης. Η ευτυχία εδώ ποτέ δεν είναι η ταχύτητα. Είναι το μοίρασμα μιας μπάρας στην άκρη του δρόμου, το «πάμε! μπορείς!» σε μια δύσκολη κλίση, και η σιωπηλή συνεννόηση μόνο με τα μάτια όταν ο άνεμος γίνεται εχθρός.
Στα brevets μαθαίνεις κάτι που στο μαθαίνει και η ίδια η ζωή με τον δικό της τρόπο: κάθε δυσκολία ή ατυχία έχει στο τέλος ένα θετικό αποτέλεσμα και σου δίνει κάτι καλό. Ας πω ένα παράδειγμα.
Στο χιλιόμετρο 122 ήταν το σημείο κοντρόλ στο χωριό Κουφάλια. Φτάνω στο χωριό και από ένα στιγμιαίο λάθος προσπερνάω το σημείο ελέγχου χωρίς καν να το δω. Συνεχίζω σε μια απότομη ανηφόρα μέχρι το διπλανό χωριό, την Πέλλα. Εκεί συνειδητοποιώ ότι έχω φύγει πολύ μακριά και πρέπει να ξαναγυρίσω πίσω. 5 χαμένα χιλιόμετρα. Παίρνω, λοιπόν, χολωμένος την κατηφόρα και επιστρέφω στα Κουφάλια. Εκεί, στο σημείο ελέγχου, βλέπω πέντε ποδηλάτες μαζεμένους. Έπιναν τον καφέ τους και ξεκουράζονταν. Να πω την αλήθεια, δεν είχα όρεξη για πολλά πολλά γιατί είχα ήδη «σπαστεί» από το λάθος που μου κόστισε τουλάχιστον 10 έξτρα χιλιόμετρα και πόσο χαμένο χρόνο.
Ωστόσο, με τους πέντε ποδηλάτες ήταν μοιραίο, ως φαίνεται, να «μπλέξουμε». Ο Σωτήρης, ο Γιάννης, ο Λάκης από την Έδεσσα και δυο ακόμα φίλοι. Τα υπόλοιπα 80 χιλιόμετρα της διαδρομής μέχρι τον τερματισμό τα βγάλαμε μαζί. Μαζί στον κόντρα αέρα που βρήκαμε στον κάμπο, μαζί στη νύχτα που έπεσε και έφερε την υγρασία στις όχθες του Λουδία και του Αξιού.
Κάποια στιγμή με τον Γιάννη, τον δικηγόρο μας, ξεκοπήκαμε από τους υπόλοιπους και μείναμε δυο μας. Ποδηλατούσαμε μαζί επί τουλάχιστον μία ώρα μέσα στη νύχτα συζητώντας μέχρι που τελικά πήραμε λάθος δρόμο και χαθήκαμε! Ένας δάσκαλος και ένας δικηγόρος νυχτοπερπατάνε στους κάμπους! Μη βγει παραέξω αυτό!
Η συνάντησή μου με τον Γιάννη και τα υπόλοιπα παιδιά της παρέας ήταν το θετικό αποτέλεσμα που έφερε η ατυχία μου στο δεύτερο κοντρόλ και το μπέρδεμα στη διαδρομή. Έκανα 12 χιλιόμετρα παραπάνω αλλά κέρδισα μια σπουδαία παρέα. Ανούσιο το κόστος μπροστά στο μεγάλο κέρδος. Έτσι είναι η ζωή, έτσι είναι και τα brevets.
Διακόσια χιλιόμετρα μετά, οι εκατόν δέκα ψηφίδες του πίνακα είχαν επιστρέψει, λίγο πιο κουρασμένες, αλλά πολύ πιο λαμπερές. Ο Στράτος τους περίμενε όλους υπομονετικά στο σημείο που το πρωί είχε δώσει την εκκίνηση. Το έργο είχε ολοκληρωθεί. Και για όλο αυτό το έργο ο Στράτος μας, ο δικός μας Στράτος, είχε κάθε δικαίωμα να νιώσει τη δίκαιη περηφάνεια του δημιουργού.
Γιατί αυτό που έφτιαξε ο Στράτος και οι εκατόν δέκα ψηφίδες ευτυχίας που ολοκλήρωσαν τον πίνακα, δεν ήταν ένα έργο στατικό, κρεμασμένο σε κάποιον τοίχο, αλλά μια ζωντανή ανάμνηση χαραγμένη για πάντα στα βλέμματα, στα πρόσωπα και στις ψυχές μας.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου