Ποδηλασία μεγάλων αποστάσεων και βάρος
Σε μεγάλες ποδηλατικές διαδρομές, είτε αυτές είναι τύπου ultra cycling (brevets, Super Randonnee 600 κτλ) είτε αυτές είναι απλώς πολυήμερες εκδρομές και ποδηλατικά ταξίδια, υπάρχουν δύο στρατηγικές διαχείρισης της επιβίωσης: η πρώτη είναι το να ποδηλατεί κανείς super light, δηλαδή με πανάλαφρο ποδήλατο κουβαλώντας αποκλειστικά και μόνο τα άκρως απαραίτητα (για παράδειγμα, ένα δυο ρούχα και μία σαμπρέλα) και η δεύτερη να είναι πλήρως εξοπλισμένος έχοντας μαζί του το μισό…νοικοκυριό του, το οποίο είναι διατεθειμένος να το κουβαλήσει για εκατοντάδες χιλιόμετρα που θα έχει διάρκεια το ταξίδι του.
Ανήκω, γενικώς, στη δεύτερη κατηγορία. Σε μακρινές διαδρομές που απαιτούν παραπάνω από δύο μέρες συνεχόμενης ποδηλασίας, το ποδήλατό μου μοιάζει περισσότερο με καμήλα βεδουίνου που ταξιδεύει έναν μήνα στην έρημο. Θα πω δυο πράγματα γι’ αυτό, αφού πρώτα δώσουμε λίγο μια καλύτερη ανάλυση των δύο αυτών τακτικών, του super light ταξιδιού και του ταξιδιού με «καραβάνι». Έχουμε και λέμε, λοιπόν:
Για την πρώτη κατηγορία. Όσο ελαφρύτερος, τόσο γρηγορότερος και τόσο πιο ξεκούραστος, λέει ο γενικός κανόνας. Δεν βρίσκω λόγο διαφωνίας σε αυτό. Συμφωνώ και επαυξάνω. Το βαρύ ποδήλατο σου ρίχνει τη μέση ωριαία ταχύτητα, σου δίνει έξτρα παραγωγή έργου στο στροφάρισμα και ο συνδυασμός αυτών των δύο προφανώς προσθέτει κούραση στον αναβάτη. Αυτό είναι και το μεγάλο πλεονέκτημα του να ταξιδεύεις με τα άκρως απαραίτητα: θα ταξιδέψεις και θα φτάσεις γρήγορα και πιο ξεκούραστος σε σχέση με το αν ποδηλατείς φορτωμένος.
Το μειονέκτημα; Η έλλειψη αυτάρκειας και αυτονομίας. Όταν μαζί σου έχεις μόνο ένα ρούχο και δυο μπανάνες, είσαι αποφασισμένος εκ των προτέρων ότι θα πρέπει οπωσδήποτε το μεσημέρι να βρεθείς σε μέρος με εστιατόριο και το βράδυ οπωσδήποτε σε μέρος με ξενοδοχείο (και βραδινό φαγητό). Το εστιατόριο και το ξενοδοχείο γίνονται αυτομάτως το άλφα και το ωμέγα της ημέρας σου και οι δύο βασικοί σου και απαραίτητοι προορισμοί. Θες δεν θες, προλαβαίνεις δεν προλαβαίνεις, αντέχεις δεν αντέχεις, πρέπει να φτάσεις εκεί. Πώς αλλιώς θα επιβιώσεις;
Με βάση τα παραπάνω, με τη super light ποδηλασία ξεχνάς αναγκαστικά τις πολυήμερες διαδρομές. Εκτός, βέβαια, αν έχεις την οικονομική δυνατότητα να υποστηρίξεις επί συνεχόμενες μέρες το καθημερινό κόστος του φαγητού στο εστιατόριο και του ύπνου στο δωμάτιο ξενοδοχείου. Εκεί θα πάω πάσο, αλλά η αλήθεια είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων σήμερα δεν θα άντεχε οικονομικά να πληρώνει για μια συνεχόμενη εβδομάδα ή για δέκα μέρες να τρώει τουλάχιστον μία ή δύο φορές τη μέρα σε εστιατόριο ή έστω fast food και να κοιμάται σε ξενώνες ή ενοικιαζόμενα δωμάτια. Το κόστος θα ήταν προφανώς τεράστιο και όλο το ταξίδι ασύμφορο.
Ξαναλέω, όσο πιο ελαφρύ ποδήλατο έχεις, τόσο πιο γρήγορα και ξεκούραστα θα πας. Αλλά θα έχεις πάντα έναν προορισμό και πάντα ένα χρονικό όριο: δύο, τρεις ή τέσσερις μέρες στην καλύτερη. Και μετά, αναλογιζόμενος το συνολικό κόστος που είχαν αυτές οι μέρες, μπορεί να σε πάρει πολλούς μήνες μέχρι να αποτολμήσεις πάλι να ξανακάνεις κάτι ανάλογο.
Πάμε τώρα στη δεύτερη κατηγορία. Ποδηλασία με βάρος. Λέγοντας «βάρος» δεν εννοούμε βέβαια να κουβαλάς μέχρι και…σιδερώστρα, αλλά εννοούμε όλα εκείνα τα οποία θα σου είναι χρήσιμα προκειμένου να μπορέσεις να υποστηρίξεις ένα ποδηλατικό ταξίδι σχεδόν επ’ αόριστον. Να είσαι, δηλαδή, σε θέση να ταξιδεύεις για όσο καιρό θες και το μόνο που να σε ενδιαφέρει να είναι αποκλειστικά και μόνο το πεταλάρισμα. Η αυτονομία και η αυτάρκεια είναι βάρος, αλλά αυτό το βάρος σε ελαφραίνει από όλες τις ανησυχίες που μπορεί να έχεις ή να σου προκύψουν σε μια μεγάλη ποδηλατική περιπλάνηση.
Για παράδειγμα, ακόμα και αν παραβλέψουμε το κόστος του καθημερινού φαγητού, το οποίο, εντάξει, ακόμα και αρκετές μέρες μπορεί κάποιος…λιτοδίαιτος να το αντέξει οικονομικά, ο βραδινός ύπνος έχει κόστος. Μέχρι δύο βράδια, μπορείς να πληρώσεις. Άντε τρία. Μετά πρέπει να γυρίσεις και να κοιμηθείς στο σπίτι σου. Ωστόσο, έχοντας μαζί σου μια ελαφριά σκηνή (υπάρχουν πλέον σκηνές βάρους κάτω των 2 κιλών) έχεις λύσει ολοκληρωτικά αυτό το πρόβλημα. Και, κυρίως: το ξενοδοχείο που θα σε περιμένει βρίσκεται κάπου σταθερό, ακίνητο. Πρέπει οπωσδήποτε να φτάσεις εκεί. Με τη σκηνή έχεις το δωμάτιο μαζί σου. Όπου σου αρέσει, όπου κουραστείς, όπου αποφασίσεις εσύ, βρίσκεις μια ήσυχη γωνία και την κάνεις…ταράτσα. Ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Και σου μένουν και τα 50 ευρώ του ξενοδοχείου στην τσέπη κάθε νύχτα. Για όσες νύχτες θες.
Με αντίτιμο +2 κιλά έξτρα φορτίο μπορείς να κάνεις ποδηλατικό τουρισμό για όσο τραβάει η ψυχή σου, χωρίς κανένα πρόβλημα επιβίωσης και χωρίς κανένα άγχος να πρέπει σώνει και καλά, έχεις δεν έχεις όρεξη, έχεις δεν έχεις τα κουράγια, να κάνεις συγκεκριμένα χιλιόμετρα κάθε μέρα για να φτάσεις στο ξενοδοχείο. Και να πληρώσεις και τόσα λεφτά για ύπνο λίγων ωρών.
Θα συνοψίσω για να μην βγει τεράστια η ανάρτηση και κάποια στιγμή θα γράψω κι ένα πιο ολοκληρωμένο και μεγαλύτερο κείμενο για το θέμα: αν θες να κάνεις γρήγορα μια διαδρομή σε δύο ή τρεις μέρες, ταξιδεύεις ελαφρύς. Αν θες, όμως, να κάνεις ένα όμορφο και απολαυστικό ποδηλατικό ταξίδι και να μην ζορίζεσαι για τίποτα, το κουβάλημα είναι απαραίτητο.
Ταξιδεύοντας με το ποδήλατο φορτωμένο, έχεις πάντα ελαφριά τσέπη και καμία σκοτούρα. Αντίθετα, ταξιδεύοντας ελαφρύς, η τσέπη πρέπει να είναι ολίγον τι…βαριά!
ΥΓ: Στη φωτογραφία της ανάρτησης είναι το ποδήλατό μου κατά τη διάρκεια της Super Randonnee Πελοποννήσου το περασμένο καλοκαίρι. Συνολικό βάρος φορτίου (μαζί με τα νερά) 10 κιλά. Με το βάρος αυτό διένυσα 600 χιλιόμετρα και περίπου 13.000 θετικά υψομετρικά σε 65 ώρες. Η απώλεια του Randonneur homologation δεν οφείλεται στο φορτίο που είχα μαζί μου αλλά στις τρομακτικές συνθήκες καύσωνα που έτυχε να έχει εκείνο το τριήμερο. Οικονομικά, αυτό το «όργωμα» της Πελοποννήσου μου κόστισε κάτι λιγότερο από 3 ευρώ. Όσο, δηλαδή, έκαναν τα τρία αναψυκτικά που αγόρασα καθ’ οδόν.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου