Brevet Νυδρί 400 χλμ. Μια Ωδή στην ελπίδα και στην κατάφαση.
Τους δύο τελευταίους μήνες θα έλεγα ότι ήμουν αρκετά πεσμένος και πιεσμένος και, πάντως, σε καθόλου καλή κατάσταση. Όλα ξεκίνησαν στα τέλη Ιανουαρίου όταν εμφανίστηκε δειλά δειλά ένα μικρό και μάλλον ανεπαίσθητο τσίμπημα στο δεξί γόνατο κατά τη διάρκεια μιας ημέρας που μια μεγάλη διαδρομή στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου περιλάμβανε αρκετά υψομετρικά.
Στην αρχή δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Θεώρησα, όπως θα κάναμε οι περισσότεροι, ότι θα πρόκειται μάλλον για έναν τυχαίο και περαστικό πόνο που σε λίγες ώρες θα αποτελεί παρελθόν. Την επόμενη μέρα που σηκώθηκα το πρωί, ο πόνος είχε εξαφανιστεί και όλα έμοιαζαν να είναι όπως πριν. Φευ.
Με το που ανέβηκα στο ποδήλατο και πέρασε περίπου μισή ώρα, ο πόνος επανήλθε. Και σταδιακά άρχισε να δυναμώνει και να γίνεται πιο οξύς. Το περίεργο και το παράδοξο ήταν ότι στην καθημερινότητα και σε κάθε δραστηριότητα, ακόμα και στο περπάτημα, δεν είχα καμία ενόχληση ή τέλος πάντων οι ενοχλήσεις ήταν ανεπαίσθητες. Ο πόνος εμφανιζόταν με το που ξεκινούσα να κάνω πετάλι. Αφού πέρασαν λίγες μέρες και η κατάσταση χειροτέρευε, επισκέφθηκα τον ορθοπαιδικό και, μετά από μαγνητική και ακτινογραφίες, η διάγνωση ήταν ότι είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της μια χονδροπάθεια στην επιγονατίδα. Ευτυχώς, παρόλο που είχα αργήσει κάπως να πάω στον γιατρό, το πρόβλημα ήταν ακόμα στην αρχή του. Με δυο λόγια, το είχα προλάβει. Μου συστήθηκε αποχή από την ποδηλασία για κάποιο διάστημα και μερικές φυσικοθεραπείες. Δυο εβδομάδες μετά ο γιατρός έδωσε το ελεύθερο για ποδηλασία, αλλά πολύ χαλαρά, χωρίς διαδρομές που απαιτούν πίεση.
Ταυτοχρόνως ξεκίνησαν και οι στενές επαφές μου με τον οδοντίατρο. Ένας τρελός πονόδοντος από το πουθενά οδήγησε σε εξαγωγή φρονιμίτη, μία απονεύρωση και δύο σφραγίσματα. Μη χειρότερα. Πήγαινα από γιατρό σε γιατρό, έκανα φυσικοθεραπείες, ο καιρός ήταν μονίμως χάλια και η ποδηλατική δραστηριότητα σχεδόν μηδενική. Τον Φεβρουάριο έκανα συνολικά μόνο 320 χιλιόμετρα που, για τη φάση που ήμουν, μάλλον ήταν και αρκετά κιόλας. Με παρόμοιο τρόπο κύλησε και ο Μάρτιος, έχασα τα δύο brevets που είχα κυκλώσει από την αρχή της χρονιάς (300αρι και 200αρι στο Νυδρί) και μόνο προς το τέλος του μήνα αντελήφθην με ανακούφιση ότι ο πόνος στο γόνατο μάλλον είχε αρχίσει να αποτελεί παρελθόν. Συγχρόνως, όμως, είχαν ξεκινήσει οι βροχές. Έβρεχε καθημερινά από το πρωί μέχρι το βράδυ για δύο εβδομάδες. Δεν ήξερα πια πότε επιτέλους θα μπορέσω να ποδηλατήσω και, γενικώς, ένιωθα σαν λιοντάρι στο κλουβί.
Τώρα, βέβαια, θα αναρωτηθεί ο τίμιος αναγνώστης για ποιο λόγο τα γράφω όλα αυτά. Λοιπόν, τα γράφω απλώς και μόνο για να δώσω μια γενική εικόνα της κατάστασης στην οποία βρισκόμουν εκείνη την περίοδο. Με το που μπήκε ο Απρίλιος και ο καιρός σε γενικές γραμμές άρχισε να καλυτερεύει, το brevet των 400 χιλιομέτρων στο Νυδρί αποτέλεσε ένα παράθυρο απόδρασης για μένα μετά τη δίμηνη ταλαιπωρία. Η αλήθεια είναι ότι το 400αρι αυτό δεν το είχα στο πρόγραμμα για φέτος μιας και την απόλυτη πλειοψηφία των χιλιομέτρων του την έχω κάνει δεκάδες, θα έλεγα, φορές (ιδίως τα χιλιόμετρα της Αιτωλοακαρνανίας που την έχω οργωμένη), αλλά, όπως είπα, αποτέλεσε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία και αφορμή να επιστρέψω και πάλι δυναμικά στο πετάλι. Μετά από δύο μήνες ελάχιστης και υποτυπώδους, για τις συνήθειες και τα δεδομένα μου, ποδηλασίας, το μόνο που είχα στο μυαλό μου ήταν να πάρω το ποδήλατο και να ταξιδέψω. Αυτό και τίποτα άλλο.
Το brevet αυτό ήθελα να το κάνω από την αρχή μέχρι το τέλος εντελώς σόλο. Ήθελα απλώς μετά από τόσο καιρό αποχής από τις μεγάλες αποστάσεις να βρεθώ με τον εαυτό μου, με τον αγαπημένο αλλόκοτο ποδηλατικό μου ρυθμό, να μην σκέφτομαι τίποτα και να μην πω κουβέντα γενικώς σε κανέναν. Εννοείται θα χαιρόμουν να συναντήσω κάποιον γνωστό μου ποδηλάτη που μπορεί να είχα καιρό να δω, αλλά το τελευταίο που με απασχολούσε ήταν να κάνω καινούριες γνωριμίες. Δεν ήμουν καθόλου σε τέτοιο κλίμα και διάθεση. Θα ρωτήσει, κάποιος, βέβαια, αφού είχα αυτή την εσωτερική ψυχολογική κατεύθυνση, για ποιο λόγο να συμμετάσχω σε ένα brevet και να μην κάνω μια δικιά μου σόλο διαδρομή αντίστοιχων χιλιομέτρων. Η απάντηση είναι ότι ήθελα να ποδηλατήσω στην Αιτωλοακαρνανία, στην οποία είχα κάπου εφτά μήνες να πάω, να περάσω και από το χωριό μου και ταυτόχρονα να ποδηλατήσω σε, κυρίως, επίπεδη διαδρομή χωρίς πολλά υψομετρικά καθώς ακόμα είχα τον φόβο του πώς θα αντιδράσει το γόνατό μου σε τόσα χιλιόμετρα και καταπόνηση. Το brevet αυτό ικανοποιούσε όλα τα κριτήρια.
Το Σάββατο 5 Απριλίου στις 7:00 το πρωί η εκκίνηση δόθηκε στο Νυδρί. Διοργανωτής του brevet, βέβαια, ο Αποστόλης, γνωστός και αγαπητός τοις πάσι. Στη γραμμή εκκίνησης δεν ήμασταν πάνω από 10 άτομα, γνώριζα μόνο τους δύο. Τον Κώστα από την Αθήνα και τον Σπύρο από το Αγρίνιο. Αμφότεροι με τριψήφιο Αριθμό Μητρώου, θρύλοι των δρόμων. Εκκίνηση και φύγαμε. Ο Αποστόλης ενημέρωσε ότι είχε επικοινωνία με τους υπεύθυνους της υποθαλάσσιας σήραγγας στο Άκτιο, οι οποίοι θα περίμεναν να φτάσουμε όλοι εκεί και μετά να κλείσουν την κυκλοφορία για λίγα λεπτά προκειμένου να περάσουμε. Με αυτόν τον τρόπο θα αποφεύγαμε την κλασική κι αγαπημένη συνήθεια να κάνουμε ρεσάλτο σε αγροτικά και φορτηγάκια παρακαλώντας τους οδηγούς να μας φορτώσουν και να μας περάσουν.
Μέχρι το Άκτιο η διαδρομή ήταν σχετικά ήσυχη. Ο ήλιος είχε αρχίσει να φωτίζει την καινούρια μέρα, είχα καλή διάθεση και, το κυριότερο, όσο περνούσε η ώρα και έβλεπα ότι το ταλαιπωρημένο μου γόνατο δεν διαμαρτύρεται, ένιωθα ακόμα καλύτερα.
Μετά από 40 χιλιόμετρα έφτασα στο Άκτιο, όπου ήδη οι περισσότεροι είχαν συγκεντρωθεί εκεί και περίμεναν. Ήρθαν και οι τελευταίοι και, δεν ξέρω αν έχει ξανασυμβεί ή ήταν η πρώτη φορά, η κυκλοφορία των οχημάτων διακόπηκε μέχρι να περάσει το brevet. Ελάχιστα λεπτά κράτησε όλο αυτό αλλά, μόλις βγήκαμε στην Πρέβεζα, μου έκανε εντύπωση το πόσα πολλά αυτοκίνητα είχαν προλάβει να σχηματίσουν ουρά περιμένοντας.
Αμέσως μετά την Πρέβεζα, στον δρόμο για Νικόπολη, συνάντησα έναν ποδηλάτη. Ήταν ο Αντώνης. Πιάσαμε για λίγο την κουβέντα, ο τρόπος που μου μιλούσε και το γεγονός ότι μου είπε ότι ήταν από τη Βέροια κάτι μου θύμιζε, τελικά θυμήθηκα ότι είχαμε μιλήσει κάποια στιγμή τηλεφωνικώς πριν από μήνες όταν ετοιμαζόμουν να κάνω την SR-600 του Πηλίου. Προχωρήσαμε για λίγα χιλιόμετρα μαζί μέχρι τον Λούρο και εκεί χωρίσαμε καθώς έκανε διάλειμμα, ενώ εγώ που, ως γνωστόν, ξεχνάω να κατέβω από το ποδήλατο, ήθελα να συνεχίσω.
Με τον Αντώνη συναντηθήκαμε ξανά λίγο πριν την Κορωνησία. Κάναμε το πρώτο κοντρόλ, φωτογραφία στο γνωστό σημείο, και πήραμε τον δρόμο προς Άρτα.
Εκεί μου είπε ότι, επειδή δεν ήταν σε πολύ καλή κατάσταση και του έλειπε προπόνηση, θα το πάει με χαλαρό ρυθμό και θα συμβαδίζουμε, οπότε μου πρότεινε να το πάμε μαζί μέχρι τέλους. Εννοείται δέχτηκα με χαρά, φαινόταν εξαίρετος τύπος. Χωρίσαμε λίγο πριν την Άρτα, όπου σταμάτησε για ανεφοδιασμό, και ξαναβρεθήκαμε αμέσως μετά το Μενίδι. Στο βάθος, μέσα στην Αιτωλοακαρνανία, φαινόταν να υπάρχει καταιγίδα αλλά, λόγω της φοράς του ανέμου και του σχηματισμού που είχαν τα σύννεφα, ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι θα περάσουμε αλώβητοι. Πράγμα που, όντως, έγινε καθώς, με εξαίρεση λίγες σταγόνες δροσιάς που μας βρήκαν λίγο πριν την Αμφιλοχία, δεν συναντήσαμε καθόλου βροχή σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή.
Στην Αμφιλοχία ο Αντώνης μου εξέφρασε την μεγαλειώδη του επιθυμία και λαχτάρα να φάει ρυζόγαλο (!) στο χωριό Στάνος. Ομολογώ ότι τόσα χρόνια και τόσες φορές που έχω περάσει από εκεί, ποτέ δεν είχα μια παρόμοια επιθυμία, ούτε καν είχα προσέξει ότι στον Στάνο όντως πουλάνε ρυζόγαλο. Ίσως επειδή δεν μου αρέσει καθόλου το ρυζόγαλο. Τέλος πάντων, προχωράμε από την Αμφιλοχία με κατεύθυνση προς Στάνο και ρυζόγαλο. Ποδηλατούμε, ποδηλατούμε και συζητάμε για περασμένες επικές ποδηλατικές μας στιγμές και διαδρομές. Το κυρίως θέμα ήταν το πότε και το πού θα κάνουμε την επόμενη μας SR-600. Θυμάμαι να λέω στον Αντώνη κάτι για αρκούδες, όταν ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι είχαμε περάσει τον Στάνο με το ρυζόγαλό του!
«Με την πολλή κουβέντα περάσαμε τον Στάνο!», είπα στον Αντώνη.
Αυτό ήταν! Η έκφραση απόγνωσης που πήρε το πρόσωπό του θα μου μείνει αξέχαστη για πάντα!
«Πω! Πάμε πίσω!», φωνάζει ο Αντώνης.
Προσωπικά δεν υπήρχε περίπτωση να γυρίσω πίσω για να φάω ρυζόγαλο ούτε μία στο εκατομμύριο! Ο Αντώνης, όμως, ήταν αποφασισμένος και όρμησε σαν μαινόμενος ταύρος με δυνατό πετάλι για να επιστρέψει στον Στάνο και να επιτεθεί στην τοπική σπεσιαλιτέ που ακούει στο όνομα ρυζόγαλο. Η κατάσταση όσο πήγαινε και γινόταν πιο ενδιαφέρουσα και είχα αρχίσει για τα καλά να χαίρομαι που είχα συναντήσει αυτόν τον άνθρωπο στον δρόμο μου εκείνη τη μέρα.
Συνέχισα μόνος μέχρι το Αγρίνιο, όπου ήταν το επόμενο σημείο κοντρόλ στα ΚΤΕΛ. Εκεί με βρήκε πάλι ο Αντώνης, μου περιέγραψε τη θεσπέσια γεύση που είχε το ρυζόγαλο του Στάνου, βγάλαμε τη φωτογραφία κοντρόλ και συνεχίσαμε τον δρόμο μας προς Μεσολόγγι περνώντας μεταξύ των λιμνών Τριχωνίδας και Λυσιμαχίας και πιάνοντας την ανηφόρα προς Κλεισούρα όπου διασχίσαμε το φημισμένο φαράγγι των στενών της.
Δεξιά κι αριστερά στους κάθετους μεγαλειώδεις βράχους κρέμονταν μαύρα κατσίκια, κάτι σαν εκείνους τους παλιούς άγιους μοναχούς στις σπηλιές της ερήμου. Ήταν σταματημένα ισορροπώντας στην κόψη του βράχου, από κάτω τους έχασκε η άβυσσος κι αυτά χωρίς το παραμικρό σημάδι φόβου κύτταζαν με απορία δύο περίεργους τύπους που είχαν κάνει ήδη 230 χιλιόμετρα πάνω στα ποδήλατά τους. Αλλά κι εμείς με απορία τα κυττάζαμε. «Βίοι παράλληλοι ποδηλάτη και γιδιού», σκέφτηκα. Σίγουρα κανένα από τα δύο είδη δεν θα ήθελε με τίποτα να ήταν στη θέση του άλλου.
Προχωρήσαμε ευθεία για το Μεσολόγγι. Το μικρό μας αλωνάκι, τη γλυκιά μας ιερή πόλη που τέτοιες μέρες πριν διακόσιους χρόνους ήταν ο τόπος που κατάργησε την εκλογή και θέσπισε την απόφαση. Γιατί είναι χρεία να θυμόμαστε ότι στο Μεσολόγγι των Ελεύθερων Πολιορκημένων βρέθηκαν για πρώτη φορά η ζωή κι ο θάνατος στο ίδιο μετερίζι. Έξω από τα τείχη ήταν η ζωή, που πληρώθηκε με την τιμή του θανάτου. Μέσα από τα τείχη ήταν ο θάνατος, που πληρώθηκε με την τιμή της ζωής. Ούτε μέσα μπορούσε να μείνει κανείς, ούτε έξω να βγει. Αυτό σημαίνει εκείνος ο φοβερός στίχος του Σολωμού μας:
«Εκείθε με τους αδερφούς, εδώθε με το Χάρο».
Έξω από την Ωραία Πύλη του ιερού ναού της ελευθερίας του ανθρώπου, ακριβώς δίπλα στο σημείο που οι απελπισμένοι πολιορκημένοι αντίκρυσαν για τελευταία φορά το οθωμανικό σπαθί να αστράφτει στο φως του φεγγαριού, υπάρχει το άγαλμα της Ελευθερίας. Εκεί ήταν και το σημείο κοντρόλ. Ταπεινοί προσκυνητές του Χρέους και της Εξόδου εμείς, δύο σύγχρονοι randonneurs πάνω στα ποδήλατά μας, ψελλίσαμε μαζί με τους τελευταίους μαχητές εκείνο το
«Μνησθητί μου, Κύριε»
Βγάλαμε τη φωτογραφία κοντρόλ μας και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής.
Η νύχτα είχε αρχίσει να πέφτει για τα καλά. Αφήσαμε το Μεσολόγγι στη μελαγχολία της ησυχίας του και ετοιμαστήκαμε για τη νυχτερινή ποδηλασία στη δυτική Αιτωλοακαρνανία, δίπλα στο Ιόνιο. Περάσαμε το γραφικό Αιτωλικό που πάντα έχει μια ωραία εικόνα να χαρίσει στον κάθε ταξιδευτή που βρίσκεται εκεί, κάναμε μια καλή στάση στο Νεοχώρι για κανονικό φαγητό και ντύσιμο για συνθήκες υγρασίας και νύχτας. Ο κάμπος σε αυτόν τον αχανή νομό της πατρίδας μας είναι ώρες ώρες αμείλικτος όσον αφορά την αίσθηση της υγρασίας που δημιουργεί ο Αχελώος τη νύχτα. Ετοιμαστήκαμε, αναλάβαμε δυνάμεις και ξεκινήσαμε. Ένας πιτσιρικάς με το πατίνι του στάθηκε και με ρώτησε πού πάμε, του απάντησα ότι πάμε στη Λευκάδα, γούρλωσε τα μάτια και χάθηκε στο σκοτάδι.
Φύγαμε. Ανεβήκαμε στη γέφυρα του Αχελώου στην Κατοχή, περάσαμε το βραχοστύλωτο αυτό χωριό που μνημονεύει σε ένα από τα ποιήματά του ο Παλαμάς και αμέσως μετά φτάσαμε στο Λεσίνι, το δικό μου χωριό. Χάρηκα που είδα τα σπίτια του χωριού μου, μια γλυκιά εσωτερική αίσθηση ασφάλειας σε καταλαμβάνει όταν μέσα στη νύχτα βρεθείς σε τόσο γνωστό και αγαπημένο τόπο. Το δικό μου σπιτάκι δεν μπορούσα να το διακρίνω γιατί, μιας και λείπω, δεν ήταν κανένας εκεί για να ανάψει τα φώτα του. Οι άνθρωποι ήταν κλεισμένοι μέσα, η ώρα ήταν περασμένες έντεκα και μονάχα από τα παράθυρα φαίνονταν τα φώτα των σπιτιών αναμμένα και μερικές τηλεοράσεις να παίζουν. Λίγες στιγμές σιωπής για μένα μπροστά στο μνημείο του Νικολάκη μας που τον χάσαμε το περασμένο καλοκαίρι, όταν τον χτύπησε αυτοκίνητο στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Είπα εν συντομία στον Αντώνη την πικρή ιστορία που μας άφησε εκείνος ο σκληρός Αύγουστος της προηγούμενης χρονιάς και συνεχίσαμε την πορεία μας. Ωστόσο, δεν ήταν γραφτό να συνεχίσουμε χωρίς προβλήματα για πολύ ακόμα.
Τρία χιλιόμετρα μετά το χωριό, από ένα μαντρί συγγενικού μου προσώπου τα σκυλιά μας κατάλαβαν από μακριά και βγήκαν στον δρόμο. Επειδή τα γνωρίζω και ξέρω ότι είναι ακίνδυνα, απλώς γαβγίζουν πολύ αλλά δεν κάνουν επίθεση, είπα στον Αντώνη ότι δεν θα έχουμε πρόβλημα και θα περάσουμε. Ο Αντώνης μου είπε ότι θα ήταν καλύτερα να σταματήσουμε. Συμφώνησα, αλλά δεν περίμενα ότι θα συμβεί αυτό που συνέβη. Μόλις βρεθήκαμε ακριβώς στο σημείο που ήταν τα σκυλιά, σταματήσαμε και εγώ, έχοντας συνεχώς οπτική επαφή μαζί τους για να ελέγχω την κατάσταση, δεν είχα καθόλου τον νου μου να κυττάξω μπροστά. Μόλις είδα ότι αυτά απλώς γάβγιζαν αλλά στην ουσία δεν επιτίθονταν αλλά υποχωρούσαν προς το μαντρί, όπως κάνουν πάντα δηλαδή τα συγκεκριμένα, ξεκίνησα να πεταλάρω για να φύγω. Και τότε ακούστηκε το μπαμ και είδα τον Αντώνη να σηκώνεται σχεδόν στον αέρα.
Ο Αντώνης είχε φρενάρει εντελώς το ποδήλατο, εγώ δεν τον είχα προσέξει και, καθώς ξεκίνησα, ο μπροστινός μου τροχός τράκαρε με τον πίσω δικό του. Το χτύπημα ήταν αρκετά δυνατό, ευτυχώς πρόλαβα και ξεκούμπωσα και δεν έπεσα. Ο Αντώνης δεν είχε τέτοιο κίνδυνο γιατί είχε ήδη ξεκουμπώσει καθώς ήταν ακινητοποιημένος και είχε τον νου του στα σκυλιά.
Η πρώτη μας αντίδραση ήταν να κυττάξουμε αν είμαστε καλά, ευτυχώς κανείς από τους δυο μας δεν είχε χτυπήσει κάπου. Σε δεύτερο χρόνο ελέγξαμε τα ποδήλατα. Εκεί υπήρχε θέμα. Σοβαρό κιόλας. Το δικό μου ήταν εντάξει, το μεγάλο πρόβλημα το είχε ο Αντώνης. Από τη σύγκρουση και την πίεση που δέχτηκε ο πίσω τροχός του, ο δίσκος του φρένου κόλλησε δυνατά πάνω στη δαγκάνα, στράβωσε και σφήνωσε. Ο πίσω τροχός είχε μπλοκάρει οριστικά και αμετάκλητα.
Η ώρα κόντευε μεσάνυχτα. Είμασταν ακινητοποιημένοι στη μέση του πουθενά, μέσα σε απόλυτο σκοτάδι, με πέντε – έξι σκυλιά να γαβγίζουν σαν δαιμονισμένα γύρω μας. Με το φως των φακών μας προσπαθούσαμε να εντοπίσουμε ακριβώς το πρόβλημα και να ψάξουμε για λύση. Το πρόβλημα το είχαμε εντοπίσει εξαρχής, τη λύση δεν βρίσκαμε. Από εργαλεία είχα μαζί μου τα πάντα, εκτός ίσως από το πιο σημαντικό εκείνη τη στιγμή. Το μικρό και θαυματουργό μου ταναλάκι που, άγνωστο γιατί, ήταν από τις ελάχιστες και σπανιότατες φορές που δεν το είχα βάλει στο τσαντάκι σε μια τέτοια μεγάλη διαδρομή. Προσπαθήσαμε με τα χέρια να επαναφέρουμε κάπως τον δίσκο στα ίσια του και να ξεκολλήσει από τη δαγκάνα. Αδύνατο. Τον χτυπήσαμε με ένα πολυεργαλείο μπας και γίνει κάτι, ούτε κι αυτό δεν δούλεψε. Είπαμε να ξεβιδώσουμε τελείως τον δίσκο και να συνεχίσει χωρίς πίσω φρένο, αλλά κι αυτή η λύση κατέστη ανέφικτη καθώς ο δίσκος ήταν με πριτσίνια και όχι με βίδες. Δεν μπορώ να περιγράψω το πόσο λυπημένος ήμουν που, κατά κάποιον τρόπο, ήμουν ο υπεύθυνος αυτής της κατάστασης. Προτιμούσα χίλιες φορές να είχε συμβεί σε εμένα αυτό, παρά στον Αντώνη, ο οποίος ήθελε πάση θυσία τον τερματισμό σε αυτό το 400αρι για να μπορέσει να πάρει μέρος στα 1400 του Giro Central Greece τον Μάιο. Ο Αντώνης, πάντως, ήταν πλήρως ψύχραιμος και προσγειωμένος.
«Ως εδώ ήταν φίλε», μου είπε. «Θα βρω έναν τρόπο και θα γυρίσω. Φύγε εσύ γιατί θα καθυστερήσεις».
Δεν υπήρχε σαφώς περίπτωση να τον παρατήσω εκεί μόνο του. Είπα ότι θα περιμένω λίγο ακόμα μέχρι να βρεθεί τρόπος να φύγει.
Ο Αντώνης πήρε τηλέφωνο ένα ταξί στον Αστακό (κάπου 20 χιλιόμετρα μπροστά μας), ο ταξιτζής δέχτηκε να έρθει και να τον πάρει και να τον μεταφέρει στο Νυδρί. Ταυτόχρονα, όσο περιμέναμε, ψάχναμε μάταια στο βάθος του σκοταδιού μήπως τύχει και περάσει κάποιο αυτοκίνητο ή αγροτικό και μας δανείσουν μια τανάλια και καταφέρουμε να απεγκλωβίσουμε τον σφηνωμένο δίσκο από τη δαγκάνα. Τίποτα. Ένας συγχωριανός πέρασε που πήγαινε στα ζώα του, δεν ξέρω αν κατάλαβε καν τι του λέγαμε, μάλλον νόμισε ότι θέλαμε οτοστόπ και η απάντησή του ήταν:
«Δεν μπορώ να σας πάρω, είμαι πιωμένος».
Απαύγασμα ειλικρίνειας, πάντως!
Συνεχίσαμε να περιμένουμε το ταξί. Τα σκυλιά να μη λένε να σταματήσουν το γάβγισμα στα δέκα μέτρα μακριά μας. Χαμός.
Όπως είχα ξαναδηλώσει κατά το παρελθόν, ισχύει ένα αξίωμα: Ο καλός θεός αγαπάει τον ταλαιπωρημένο randonneur. Και καμιά φορά ο καλός θεός έρχεται και σε βρίσκει μέσα στο σκοτάδι και την απελπισία σου, δεν ξέρω αν το κάνει για να σε βοηθήσει ή απλώς για να σου πει τελικά «είδες που δεν πιστεύεις σε μένα; Εγώ πάντως είμαι εδώ».
Καθώς συνομιλούσαμε στην άκρη του δρόμου και ο Αντώνης μου έλεγε συνεχώς «μην το σκέφτεσαι, ως εδώ ήταν να γίνει, προχώρα εσύ και μην κάθεσαι, εγώ θα πάω στο 400αρι του Ναυπλίου, δεν έγινε και τίποτα» και έδειχνε ένα μεγαλείο χαρακτήρα σπανιότατο στις μέρες μας, ακριβώς μπροστά μας σταμάτησε ένα αυτοκίνητο. Μέσα ήταν δυο νέα παιδιά και μας ρώτησαν αν έχουμε πάθει κάτι και αν χρειαζόμαστε βοήθεια. Θεώρησαν ότι μας είχαν επιτεθεί τα σκυλιά και μας είχαν δαγκώσει ή κάτι τέτοιο. Ο Αντώνης τους εξήγησε. Ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε συνεργείο, ήξερε από μαστορικά. Επίσης, το κυριότερο, είχε καθαρό μυαλό και όχι σαν το δικό μας θολωμένο μετά από 280 ποδηλατικά χιλιόμετρα.
Η λύση ήταν εκεί, μπροστά στα μάτια μας, αλλά οι 17 ώρες ποδηλασίας δεν σου αφήνουν εύκολα περιθώρια να δεις το πόσο απλά μπορεί να είναι τα πράγματα καμιά φορά. Οι φίλοι μας ζήτησαν αν είχαμε κλειδί allen. Εννοείται είχα. Τους το δώσαμε και πρότειναν να ξεβιδώσουν τελείως τη δαγκάνα, να την πιάσουν πάνω στο πιρούνι με δεματικό (tyre up εννοείται και πάλι είχα), να απελευθερωθεί ο δίσκος και να κυλήσει ο τροχός.
Δεν πίστευα στα μάτια μου με αυτό που συνέβαινε. Δεν το είχαμε σκεφτεί καν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Πιθανολογώ με μεγάλη δόση σιγουριάς ότι αν η ατυχία μας είχε βρει στα πρώτα 50 – 100 χιλιόμετρα, ενδέχεται να το είχαμε σκεφτεί κι εμείς. Αλλά στην κατάσταση που ήμασταν, το μυαλό δεν δούλευε τόσο πολύ. Και η λύση ενός μυστηρίου πολλές φορές είναι τόσο απλή και εύκολη που είναι καλά κρυμμένη πίσω ακριβώς από αυτή την ευκολία της.
Τότε ήταν που εγώ συνέχισα. Ο Αντώνης έμεινε με τα παιδιά μέχρι να τελειώσει η δουλειά. Δύο χιλιόμετρα παρακάτω συνάντησα και το ταξί που ερχόταν από τον Αστακό για να τον παραλάβει και χάρηκα που τελικά αυτό δεν θα συνέβαινε και ο πρόθυμος ταξιτζής θα επέστρεφε απλώς στον Αστακό μόνος του, χωρίς συνεπιβάτη τον Αντώνη.
Λίγο μετά με προσπέρασαν τα παιδιά με το αυτοκίνητό τους και με χαιρέτησαν. Χάρηκα ακόμα περισσότερο γιατί κατάλαβα ότι η δουλειά είχε τελειώσει και ο Αντώνης θα συνέχιζε την πορεία του έστω και μόνο με το μπροστινό φρένο. Τα χαιρέτησα κι εγώ. Δυο νέα παιδιά ήταν που πήγαιναν στον Αστακό βράδυ Σαββάτου να πιουν το ποτό τους και να περάσουν ωραία και προτίμησαν να χάσουν τόση ώρα από τη διασκέδασή τους για να σταματήσουν να φτιάξουν το ποδήλατο ενός αγνώστου μέσα στη νύχτα. Υπάρχει, διάολε, ελπίδα σε αυτή την πατρίδα τελικά. Μακάρι, σκέφτηκα, και οι πολιτικοί μας να είχαν το μισό φιλότιμο από όσο έχει αυτός ο γενναίος λαός και η νεολαία του, που μπορεί να την κατηγορούμε και να την υποτιμάμε για πολλά εμείς οι νοήμονες και οι δήθεν, αλλά αυτοί οι νέοι καμιά φορά έχουν τόσο καθαρή ματιά όσο καθαρή είναι και η ψυχή τους.
Συνέχισα μόνος μέχρι τον Αστακό, όπου εκεί θα περίμενα τον Αντώνη. Ήμουν χαρούμενος και ανακουφισμένος για την κατάληξη αυτής της περιπέτειας. Έλεγξα τον χρόνο, δεν είχαμε χάσει τελικά και τόση πολλή ώρα όση φοβόμουν. Ήμασταν ακριβώς στα 300 χιλιόμετρα, είχαμε ακόμα περιθώριο 8,5 ώρες. Θα τα καταφέρναμε. Μέχρι να έρθει ο Αντώνης, αποφάσισα να πάρω στα γρήγορα έναν ύπνο και ξάπλωσα σε ένα τσιμεντένιο πεζούλι στο λιμάνι του Αστακού.
«Είστε καλά;». Μια φωνή με ξύπνησε. Ήταν ένας πιτσιρικάς καβάλα στο μηχανάκι του. Σκουλαρίκι, ακραίο μαλλί, όχι πάνω από 18 χρονών. Ήταν με μια παρέα περίπου 100 μέτρα πιο μακριά, τους είχα δει όταν έφτασα.
«Μια χαρά είμαι, σε ευχαριστώ. Λίγο να ξεκουραστώ κάθισα», του είπα.
Έφυγε και επέστρεψε στην παρέα του. 18 χρονών αλάνι και ενδιαφέρθηκε επειδή είδε έναν συνάνθρωπό του να είναι ξαπλωμένος 1.30 τη νύχτα στην άκρη του λιμανιού. Μπορεί να ήταν και παλιός μου μαθητής, ήμουν δάσκαλος στον Αστακό για πέντε χρόνια κάποτε. Σίγουρα θα βρισκόταν στο δημοτικό όταν ήμουν κι εγώ εκεί, μπορεί σε άλλο τμήμα και να είχε άλλον δάσκαλο. Αλλά σίγουρα συνυπήρξαμε στο σχολείο. Όμως, πού να με γνωρίσει έτσι όπως ήμουν, πού να τον γνωρίσω κι εγώ. Μακάρι να ήταν όντως παλιός μαθητής μου, θα χαιρόμουν πολύ αν για αυτή τη συμπεριφορά κοινωνικής ενσυναίσθησης, που λέμε σήμερα, είχα βάλει κι εγώ ένα μικρό λιθαράκι.
Λίγα λεπτά μετά ήρθε και ο Αντώνης. Ήμουν ευτυχής που τον είδα. Είχε μόνο μπροστινό φρένο, είχε την ταλαιπωρία του, αλλά ήταν ορεξάτος. Φύγαμε αμέσως.
Ξεκινήσαμε να ποδηλατούμε δίπλα στο Ιόνιο με το φεγγάρι να φωτίζει τη νύχτα και τη θάλασσα. Η υγρασία είχε εξαφανιστεί, επικρατούσε άπνοια και η αίσθηση του κρύου δεν υπήρχε πια.
Περάσαμε τον Μύτικα και πιάσαμε τα εκνευριστικά ανηφοράκια πριν την Πάλαιρο. Φτάσαμε εκεί λίγο μετά τις 4 το πρωί. Απέμεναν 52 χιλιόμετρα και η ψυχολογική διάθεση ήταν εξαιρετική. Κάναμε ανηλεώς πετάλι και σύντομα βγήκαμε στον Άγιο Νικόλαο, ενώ λίγα λεπτά μετά είδαμε επιτέλους από μακριά τα φώτα της Λευκάδας. Ώρα 6:15 το πρωί περάσαμε την πλωτή γέφυρα και πατήσαμε στο στεριανό νησί. Είχε αρχίσει να ξημερώνει και το πρώτο φως της μέρας μας βρήκε να χωρίζουμε για λίγα λεπτά μέσα στην πόλη γιατί ο Αντώνης ήθελε να φάει πρωινό. Πεινούσα κι εγώ αλλά συνέχισα. Με δυσκολία προσπαθούσα να καταπολεμήσω τη νύστα που ερχόταν πλέον σε ακραία επιθετικά κύματα. Για να το κατορθώσω έκανα το μεγαλύτερο μέρος της απόστασης Λευκάδα – Νυδρί ορθοπέταλο. Ειδικά την ώρα που οι πρώτες ακτίνες του ήλιου ξεκίνησαν να χτυπούν τον ορίζοντα και τις πλαγιές των λόφων, η νύστα ήταν τρομερή. Έκανα ένα μικρό διάλειμμα και συνήλθα. Ταυτόχρονα με πρόλαβε και ο Αντώνης.
Ώρα 7:20 το πρωί μπήκαμε στο Νυδρί. Είχαμε κάνει 24 ώρες και 20 λεπτά, εκ των οποίων οι ακριβώς 21 ήταν πάνω στο ποδήλατο. Η στιγμή του τερματισμού έδιωξε κάθε αίσθηση κούρασης και νύστας. Τα είχαμε καταφέρει παρά τις αντιξοότητες και, κυρίως, παρά το μεγάλο εμπόδιο που είχε δημιουργηθεί εκεί πριν τον Αστακό. Ήμουν γεμάτος αισθήματα κατάφασης και αισιοδοξίας.
Με τον Αντώνη βγάλαμε μια αναμνηστική φωτογραφία στον τερματισμό. Ενημερώνω ότι προσπαθήσαμε να φαινόμαστε όσο το δυνατόν πιο όμορφοι γίνεται! Πιθανές ατέλειες οφείλονται στον φακό της κάμερας και όχι σε κάποιον άλλον παράγοντα!
Αντώνη, σε ευχαριστώ φίλε για τη συνύπαρξη. Σου είπα και στον δρόμο ότι, παρόλο που ξεκίνησα αυτό το brevet για να το βγάλω αποκλειστικά στη μοναξιά μου, τελικά η συμπόρευσή μας αποδείχτηκε πιο ευεργετική και ευχάριστη για μένα από το να το έκανα σόλο.
Εις το επανιδείν!





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου