5 Οκτωβρίου 2024
Το παρόν κείμενο έχει χαρακτήρα αρχειακό, με την έννοια ότι γράφτηκε εν είδει ημερολογίου, προκειμένου να κρατήσω στη μνήμη μου με την πάροδο του χρόνου τις ωραίες εμπειρίες, παραστάσεις και εικόνες που αποκόμισα από τη συμμετοχή μου στην Super Randonnée Pelion & Ossa τον Οκτώβριο του 2024. Θα τις διηγηθώ έτσι όπως τις έζησα, τις κατέγραψα και τις φωτογράφισα.
Έχοντας περάσει κάμποσα χρόνια σε μεγάλα ποδηλατικά ταξίδια, είτε αυτά ήταν απλώς ταξίδια είτε (τα τελευταία, κυρίως, χρόνια) πιο οργανωμένες μεγάλες αποστάσεις στα πλαίσια των μπρεβέ, η ιδέα της συμμετοχής σε μια SR-600 είχε ωριμάσει από καιρό στο μυαλό μου. Για την ακρίβεια, από τα μέσα του 2023 είχα σχεδιάσει ήδη το να πάρω μέρος σε μία από αυτές, αλλά τελικά αποφάσισα να το καθυστερήσω λίγο ακόμα και να κάνω την πρώτη μου προσπάθεια την επόμενη χρονιά.
Το καλοκαίρι του 2024 βρισκόμουν σε διακοπές στο χωριό μου όταν, σε ένα τυχαίο σκρολάρισμα στο facebook, έπεσα πάνω σε μια ανάρτηση του Μηνά ο οποίος δήλωνε ότι τον Οκτώβριο σκόπευε να δοκιμάσει την SR-600 του Πηλίου και ζητούσε αν υπήρχε κάποιος ενδιαφερόμενος για να συμμετάσχει κι εκείνος στην περιπέτεια. Δεν νομίζω ότι πέρασε πάνω από μισό λεπτό μέχρι να μπω messenger και να του στείλω ένα μήνυμα πως, αν ήθελε, ήμουν διαθέσιμος.
Τον Μηνά δεν τον γνώριζα σχεδόν καθόλου μέχρι εκείνη την στιγμή, τον είχα συναντήσει σχεδόν φευγαλέα σε ένα από τα ομορφότερα μπρεβέ που έχω πάρει μέρος, στη «Γαλάζια Λίμνη του Σκρα» τον Μάιο εκείνης της χρονιάς, στο οποίο ήταν διοργανωτής. Μια «καλημέρα» το πρωί στην εκκίνηση, μια «καλησπέρα» το μεσημέρι στο δεύτερο κοντρόλ και ένα «ευχαριστούμε και αντίο σας» αργά το απόγευμα στον τερματισμό. Ωστόσο, καμιά φορά, η ποιότητα του χαρακτήρα και της προσωπικότητας ενός ανθρώπου δεν μπορεί να κρυφτεί εύκολα και ακόμα και σε μια τόσο φευγαλέα και σύντομη κοινωνική επαφή μπορείς να βγάλεις ένα άλφα συμπέρασμα για αυτόν. Κι αλήθεια ήταν ότι ο φίλος, τελικά, Μηνάς αποδείχθηκε εξαιρετικό άτομο.
Το ενδιαφέρον του για να έρθει κι αυτός μαζί μας σε αυτά τα επίπονα 600 χιλιόμετρα εξέφρασε σύντομα κι ένας ακόμα φίλος, ο Γιώργος, κι έτσι άμεσα ξεκίνησε μια ομαδική συνομιλία στην οποία κανονίστηκαν οι λεπτομέρειες. Η εκκίνηση αποφασίστηκε για το Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024. Αυτά όλα έγιναν αρχές Αυγούστου. Απέμεναν δύο μήνες για προετοιμασία και να ρυθμιστούν όλα προκειμένου να είμαστε πανέτοιμοι και χωρίς προβλήματα στην ώρα μας στην εκκίνηση.
Οι δύο μήνες που ακολούθησαν ήταν γεμάτοι με σχέδια, συστηματική μελέτη της διαδρομής, οργάνωση του εξοπλισμού και, φυσικά, πολύ ποδήλατο. Στη μελέτη της διαδρομής περιλαμβάνονταν λεπτομερώς σχεδιασμοί και πλάνα ταξιδιού προκειμένου να καταλήξω σε μια τακτική που θα ήταν όσο το δυνατόν πιο ανεκτή προκειμένου να βγουν χωρίς προβλήματα και απρόοπτα τα δύσκολα χιλιόμετρα που μας περίμεναν. Η συμφωνία με τα παιδιά ήταν ότι «θα είμαστε και δεν θα είμαστε μαζί», με το νόημα ότι ο καθένας θα έχει το δικαίωμα να επιλέξει το πλάνο, τη στρατηγική και τον ρυθμό που του ταιριάζει και όλο και κάπου καθ’ οδόν θα συναντιόμαστε.
Μετά από κάμποσες αλλαγές πλάνων και αρχικού προγραμματισμού, αποφάσισα να εκτελέσω τη διαδρομή ως εξής: εκκίνηση από τον Βόλο στις 06:00 το πρωί με στόχο να βγουν τα πρώτα 270 χιλιόμετρα και τα 5.500 υψομετρικά μέχρι την εκ νέου επιστροφή στον Βόλο αργά τη νύχτα. Διανυκτέρευση σε δωμάτιο και αναχώρηση τα ξημερώματα για ακόμα 180 χιλιόμετρα και 4.000 υψομετρικά μέχρι το Στόμιο. Διανυκτέρευση εκεί υπαίθρια με υπνόσακο και bivy για λίγες ώρες και στη συνέχεια αναχώρηση και πάλι για τα τελευταία 160 χιλιόμετρα και 2.000 υψομετρικά μέχρι τον τερματισμό. Με βάση τον προγραμματισμό αυτόν και την εκτιμώμενη μέση ωραία ταχύτητα υπολόγιζα ότι θα ολοκληρώσω τη δοκιμασία σε 55 με 58 ώρες.
Όπως έγραψα και παραπάνω, τους δύο μήνες που προηγήθηκαν (Αύγουστος – Σεπτέμβριος) ασχολήθηκα με τρία πράγματα: με πνευματική προετοιμασία, με σωματική προετοιμασία και με οργανωτική προετοιμασία.
Πνευματική προετοιμασία
Για να βρεθεί κάποιος σε θέση να κατορθώσει μια τέτοια μεγάλη δοκιμασία είναι απαραίτητο να έχει βάλει το μυαλό του στη διαδικασία του να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς πρόκειται να κάνει. Έχουμε μια διαδρομή 600 χιλιομέτρων και 11.500 υψομετρικών με χρονικό όριο τις 60 ώρες, ωραία. Άλλο, όμως, να το λες ή να το ακούς από κάποιον και άλλο να ξέρεις ότι θα είσαι εσύ αυτός που θα πρέπει να ποδηλατήσεις αυτά τα χιλιόμετρα. Οι διαδρομές αυτές, όπως ξέρουν πολύ καλά αυτοί που τις κάνουν, πρωτίστως ολοκληρώνονται με τη δύναμη της νόησης και δευτερευόντως με τη δύναμη των ποδιών. Τα πόδια ακολουθούν το μυαλό σε όποιες εντολές αυτό δώσει και σπανίως σε προδίδουν. Ο εγκέφαλος κάνει όλη τη δουλειά.
Ξεκινάμε, λοιπόν, την πνευματική μας προετοιμασία αναλογιζόμενοι όχι με φόβο αλλά με τον προσήκοντα σεβασμό τη διαδρομή μας. Δεν έχει σημασία αν τα χιλιόμετρα είναι 100 – 200 – 600 ή 1.000, κάθε διαδρομή απαιτεί σεβασμό και η κάθε μία έχει τις ιδιαιτερότητές της που θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν. Προσεγγίζουμε τη διαδρομή νοητικά στην αρχή και ξεκινάμε να την εκτελούμε καθισμένοι στον καναπέ ή στο γραφείο μας. Ανοίγουμε τον χάρτη της διαδρομής, βλέπουμε με λεπτομέρειες από την αρχή μέχρι το τέλος τα σημεία που θα περάσουμε, σκεφτόμαστε την ψυχολογική διάθεση που θα έχουμε κατά τη διάρκειά της και προσπαθούμε να θέσουμε συνεχώς το μυαλό μας στη διαδικασία του ότι είναι απαραίτητο να ολοκληρώσει μόνο του όλο το ταξίδι, αρκετό καιρό προτού σταθούμε στην εκκίνηση.
Η πνευματική προετοιμασία ολοκληρώνεται σιγά σιγά επιλέγοντας ταυτόχρονα με τα παραπάνω να κάνουμε μερικές διαδρομές που προσομοιάζουν αναλογικά στα υψομετρικά και στα χιλιόμετρα με μία SR-600 σε διάφορες συνθήκες ημέρας και νύχτας. Μια καλή ιδέα είναι να δοκιμάσουμε μερικές διαδρομές μήκους 120 χιλιομέτρων και περίπου 2.000 – 2.500 υψομετρικών προκειμένου να μπορέσουμε να δούμε το πώς το μυαλό μας προσαρμόζεται σε αυτές. Ποδηλατούμε ενίοτε και νύχτα έτσι ώστε να εγκλιματιστούμε σε όλα τα σενάρια. Αν δεν έχουμε ξανακοιμηθεί στη φύση, καλό είναι να το κάνουμε κι αυτό γιατί είναι ένα ενδεχόμενο που μπορεί να προκύψει. Σημεία ύπνου με καλές προδιαγραφές μπορεί να είναι στάσεις λεωφορείων, παγκάκια, ξαπλώστρες σε παραλία, μικρά εκκλησάκια ή υπόστεγα. Ένας randonneur οφείλει να έχει προπονηθεί και σε αυτά τα πράγματα.
Σωματική προετοιμασία
Η σωματική προετοιμασία έρχεται να συμπληρώσει την πνευματική. Προφανώς η δύναμη του μυαλού είναι αυτή που κερδίζει το παιχνίδι, αλλά δεν έχει νόημα να μιλάμε για ολοκλήρωση μιας διαδρομής 600 χιλιομέτρων και 10.000+ υψομετρικών αν δεν βρισκόμαστε σωματικά σε μια φυσική κατάσταση τουλάχιστον λίγο παραπάνω από το απλώς «καλή». Η προετοιμασία του σώματος για συμμετοχή σε κάτι τέτοιο είναι κάτι που σίγουρα δεν γίνεται γρήγορα, ίσως απαιτεί και χρόνια. Αφού φτάσουμε σε ένα επίπεδο φυσικής κατάστασης που θα μπορεί να υποστηρίξει με κάποια σχετική άνεση το να πάρουμε μέρος σε μια SR-600, τότε μπορούμε να πούμε ότι αποκτάμε κι ένα «δικαίωμα» να έχουμε βάσιμες ελπίδες ότι θα τα καταφέρουμε και θα ανταπεξέλθουμε επιτυχώς στις δυσκολίες της.
Τους δύο μήνες που είχα μπροστά μου μέχρι τον Οκτώβριο, έκανα μια σχετικά καλή σωματική προετοιμασία. Επέλεξα διαδρομές με αρκετά υψομετρικά προκειμένου το σώμα να εγκλιματιστεί στην καταπόνηση με πολλές ώρες σε συνεχείς ανηφόρες (ενδεικτικά Αύγουστο – Σεπτέμβριο έγιναν περίπου 2.000 χιλιόμετρα με 28.000 θετικά υψομετρικά) ενώ ταυτόχρονα φρόντιζα όλα αυτά να διέπονται από ένα μέτρο έτσι ώστε η καταπόνηση αυτή να μην κοστίσει τελικά στον οργανισμό, αλλά να τον ωφελήσει.
Κάνοντας κανείς κάτι ανάλογο με τα παραπάνω ως μέρος της προετοιμασίας του (πνευματική και σωματική προπόνηση), φτάνει σε κάποιο σημείο όπου απλώς αντιλαμβάνεται ότι, όντως, τελικά «το έχει» το 600αρι. Για να το απομυθοποιήσουμε όλο αυτό, θα έλεγα μάλιστα κιόλας ότι αν είμαστε απλώς προσγειωμένα άτομα και εφαρμόσουμε την κοινή λογική στην προετοιμασία μας, η επιτυχής ολοκλήρωση μιας SR-600 δεν είναι δα και κάτι τόσο τρομερό.
Οργανωτική προετοιμασία
Στο θέμα της οργάνωσης ποδηλατικού ταξιδιού υπάρχει εμπειρία. Κάνω κάμποσα χρόνια μεγάλες αποστάσεις και μπορώ να πω ότι όλες οι συμφορές και τα ενδεχόμενα που μπορεί να συμβούν σε κάποιον, σε βάθος χρόνου μου έχουν συμβεί. Βροχές, κρύα, νύχτες, παγωνιές, καύσωνες, κατακλυσμοί, χαλάζια, αστραπές και κεραυνοί είναι φαινόμενα που τα έχω συναντήσει και αντιμετωπίσει. Συνεπώς δεν με πτοούν και δεν με φοβίζουν, αλλά από την άλλη αυτό δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η απαραίτητη εμπειρία όσον αφορά το θέμα του εξοπλισμού που θα πάρω μαζί μου κάθε φορά. Γιατί, η αλήθεια είναι πως αυτό που θα βοηθήσει ή ενίοτε και θα σώσει την παρτίδα ενός μοναχικού randonneur ή ταξιδευτή μεγάλων αποστάσεων είναι ο σωστός εξοπλισμός.
Στο θέμα, λοιπόν, του εξοπλισμού, αυτό που έχω να πω είναι ότι δεν υπολογίζω το βάρος. Με δυο λόγια αυτό δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Προτιμώ να πάρω ένα δεύτερο ισοθερμικό ή κολάν χωρίς αυτό να με κάνει να σκεφτώ τα έξτρα γραμμάρια. Βέβαια, όσο περισσότερα παίρνεις μαζί σου το συνολικό βάρος ξεφεύγει από τα γραμμάρια και πλέον μιλάμε για κιλά, αλλά εξακολουθώ να είμαι πιστός στις απόψεις μου. Προτιμώ το έξτρα βάρος προκειμένου να είμαι 100% σίγουρος ότι θα τερματίσω το ταξίδι μου. Τώρα, αν θα κάνω μία ή δύο ώρες παραπάνω, είναι κάτι που δεν θα έλεγα ότι με απασχολεί σε μεγάλο βαθμό. Ούτε καν σε μικρό.
Θα μιλήσω τώρα για το κόστος του εξοπλισμού γενικώς. Καταρχήν, όπως και στη ζωή, έτσι και στην ταξιδιωτική ποδηλασία (ή στην ποδηλασία γενικότερα), ισχύει το «ό,τι πληρώσεις, παίρνεις». Δεν διαφωνώ με αυτό. Ο ποιοτικός εξοπλισμός είναι δεδομένο ότι θα είναι ακριβός, ας μην γελιόμαστε. Ό,τι είναι ακριβό δεν είναι απαραίτητα ποιοτικό, αλλά ό,τι είναι ποιοτικό σχεδόν πάντα είναι και ακριβό. Δυστυχώς, αλλά αυτό μάλλον είναι ο κανόνας. Προσωπικά, επειδή για διάφορους λόγους δεν θέλω να ξοδεύω πολλά στη ζωή μου, έχω φροντίσει να ακολουθώ μια πιο ενδιάμεση και μετριοπαθή τακτική. Θα έλεγα ότι ο εξοπλισμός μου στο σύνολό του βαθμολογείται με ένα 7 στα 10, κάτι που προσωπικά με αφήνει ικανοποιημένο. Όσον αφορά την αγορά του, όλα όσα κουβαλάω είναι από αυτά που λέμε value for money με αποτέλεσμα να νιώθω σιγουριά και ασφάλεια με αυτά που έχω, αλλά ταυτόχρονα να είμαι και ικανοποιημένος γιατί δεν έχω δώσει τρία μηνιάτικα για να τα αγοράσω.
Επίσης, έχω να πω και το εξής: με την κακουχία και τις δύσκολες καταστάσεις δεν έχω προβλήματα, είμαι εξοικειωμένος και συνηθισμένος μαζί τους. Ωστόσο, επειδή είμαι λάτρης του ταξιδιού, θεωρώ ότι το ταξίδι για να είναι απολαυστικό πρέπει να είναι και άνετο. Να ξέρεις ότι μόλις θα σταματήσεις για να ξεκουραστείς, δεν θα κουραστείς περισσότερο. Για παράδειγμα, μου αρέσει πολλές φορές να κοιμάμαι στην ύπαιθρο κατά τη διάρκεια νυχτερινής ποδηλασίας. Γιατί, όμως, να μην ευχαριστηθώ τον ύπνο που θα με αναζωογονήσει πλήρως; Ένας κακός ύπνος υπό τέτοιες άγριες συνθήκες ποδηλασίας, πολλές φορές μπορεί να είναι χειρότερος από το να μείνει κανείς άγρυπνος. Έχω, λοιπόν, μαζί μου και μαξιλάρι (ας μην τρομάξει ο αναγνώστης! Μιλάω για φουσκωτό!). Ταυτόχρονα, μου αρέσει να τρώω το φαγητό μου στη φύση. Δεν είναι στις επιλογές μου να κάνω στάσεις σε ταβέρνες, φαστ φουντ, ψησταριές κτλ για διάφορους λόγους: κυρίως, γιατί προτιμώ απείρως ένα γεύμα δίπλα σε μια πέτρινη βρύση στο βουνό παρά κλεισμένος σε κατάστημα να περιμένω τον σερβιτόρο, αλλά και γιατί θεωρώ ότι τέτοιου είδους στάσεις ενέχουν τον κίνδυνο να χάσει κανείς πολύ εύκολα σημαντικότατο χρόνο χωρίς να το καταλάβει. Η επιλογή μου αυτή, βέβαια, έχει και το ανάλογο κόστος σε βάρος καθώς αναγκάζομαι να κουβαλάω και το φαγητό μου, αλλά είμαι εντάξει με αυτό. Επιλογές είναι όλα, άλλωστε, ο καθένας τις κάνει και επωμίζεται τις ευθύνες και τις όποιες συνέπειες.
Η οργάνωση του εξοπλισμού και του φαγητού για την SR-600 μου πήρε περίπου μία εβδομάδα και ασχολήθηκα στα σοβαρά με αυτό κάπου 10 μέρες πριν την εκκίνηση. Ο λόγος, όπως είπα πιο πάνω, ήταν η εμπειρία που υπάρχει σε μεγάλα ταξίδια, οπότε θεώρησα ότι πάνω – κάτω το πλάνο σχεδιασμού και επιλογής εξοπλισμού θα είναι σωστό και χωρίς προβλήματα. Ξεκίνησα, όπως κάθε φορά πριν από μια μεγάλη ποδηλατική πρόκληση, παίρνοντας τρεις λευκές κόλλες χαρτί και γράφοντας στην κάθε μια από αυτές συγκεκριμένα πράγματα: στην πρώτη εξοπλισμό ποδηλάτου, στη δεύτερη εξοπλισμό δικό μου και στην τρίτη τροφοδοσία.
Ο εξοπλισμός ποδηλάτου περιελάμβανε τα εξής:
1. Μπροστινός φακός με 2 έξτρα επαναφορτιζόμενες μπαταρίες (Fenix 1200 LM)
2. Πίσω φως
3. Μικρό τσαντάκι σκελετού που βάζω το powerbank, το κινητό, τη φωτογραφική μηχανή και κάμποσες καραμέλες για τις…δύσκολες στιγμές
4. Μεγάλο τσαντάκι σκελετού. Στο αριστερό τσεπάκι μπαίνουν λεφτά, κάρτες, κλειδιά ενώ το αριστερό που είναι και μεγαλύτερο λειτουργεί σαν ένα πραγματικό πορτ μπαγκάζ: 3 σαμπρέλες, πολυεργαλείο, λεβιεδάκια για να βγει το λάστιχο, tyre ups, μονωτική ταινία, ελαστικά γάντια.
5. Σχάρα με τσάντες. Σε τόσο μεγάλες αποστάσεις προτιμώ σχάρα με ευρύχωρες τσάντες, παρά apidura. Το apidura δεν με βολεύει, το θεωρώ μη πρακτικό για μένα ενώ έχω και μια βάσιμη υποψία ότι μου δημιουργεί πρόβλημα στην ευστάθεια και στην ισορροπία του ποδηλάτου. Οπότε, για άλλη μια φορά, το set up με σχάρα και τσάντες δεξιά κι αριστερά προτιμήθηκε και με έβγαλε ασπροπρόσωπο.
(Το set-up του ταξιδιού)
Πάμε τώρα στην επόμενη σελίδα, εξοπλισμός αναβάτη:
1. Τρία jersey
2. Δύο κολάν κοντά και δύο μακριά
3. Μπουφάν
4. Δύο ισοθερμικά
5. Αδιάβροχο αντιανεμικό
6. Αντανακλαστικό Γιλέκο
7. Δύο ζευγάρια κάλτσες
8. Γάντια θερινά και χειμερινά
9. Περιλαίμιο φλις
10. Μπαντάνα
11. Παπούτσια – κράνος
12. Υπνόσακος
13. Αλουμινοκουβέρτα bivy
14. Φουσκωτό μαξιλάρι
15. Χάπια Norgesic
16. Μαγνήσιο σε μορφή χαπιού
17. Τζελ για τσίμπημα σφήκας – μέλισσας
Τρίτο και τελευταίο μέρος της οργάνωσης: φαγητό. Εδώ το πράγμα θέλει προσοχή και μελέτη. Συνηθίζω να παίρνω μαζί μου τρόφιμα τα οποία δεν πιάνουν πολύ όγκο, αλλά από την άλλη θα μου δίνουν αρκετές θερμίδες οι οποίες είναι απαραίτητες καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας. Εφοδιάστηκα με κάμποσα κρουασάν (τα άνοιξα και τα ξαναδίπλωσα προκειμένου να φύγει ο αέρας και να μειωθεί ο όγκος τους), γεμιστά μπισκότα σοκολάτας, 4 μπανάνες και σάντουιτς που φτιάχνω μόνος μου (διπλό τυρί και μπιφτέκι). Τα φαγώσιμα αυτά προορίζονταν να με καλύψουν κατά τη διάρκεια της ποδηλασίας, ενώ για πιο σοβαρό και υγιεινό φαγητό πήρα μαζί μου ένα τάπερ τορτελίνια με τυρί και 4 αυγά το οποίο και έβαλα στο ψυγείο του δωματίου στον Βόλο προκειμένου να με περιμένει εκεί για το πρώτο βράδυ μετά τα 270 χιλιόμετρα.
Ο σχεδιασμός προέβλεπε όλα τα παραπάνω πράγματα να τακτοποιηθούν στην τσάντα της σχάρας, όχι από την αρχή, βέβαια, όλα μαζί, αλλά σταδιακά. Τα πρώτα 270 χιλιομέτρα (από την εκκίνηση στον Βόλο μέχρι την επιστροφή πάλι στον Βόλο αργά το βράδυ της ίδιας μέρας) θα πήγαινα αρκετά ελαφρύς, έχοντας μόνο μερικά φαγώσιμα μαζί καθώς όλα τα υπόλοιπα θα τα είχα αφήσει στο δωμάτιο. Τα επόμενα 330 χιλιόμετρα, όμως, θα έπρεπε να κουβαλήσω τα πάντα. Όλα καλά.
Με αυτά και με εκείνα, κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα και στις 4 Οκτωβρίου το απόγευμα βρέθηκα στον Βόλο όπου συνάντησα τον Μηνά με τον οποίο θα μοιραζόμασταν το ίδιο δωμάτιο για δύο βραδιές. Αφού είπαμε δυο – τρία πράγματα σχετικά με τη διαδρομή και γενικότερα τις μεγάλες αποστάσεις, κοιμηθήκαμε νωρίς καθώς το ξυπνητήρι ορίστηκε στις 04:30 τα ξημερώματα. Έπρεπε να σηκωθούμε, να ετοιμαστούμε, να φάμε και στις 06:00 το πρωί να είμαστε στην εκκίνηση για την σχετική φωτογραφία μπροστά στην πύλη του λιμανιού του Βόλου.
Ώρα 05:50 ήμασταν σε θέση εκκίνησης. Ήρθε και ο Γιώργος, είπαμε δυο κουβέντες, βγάλαμε την πρώτη φωτογραφία κοντρόλ και η περιπέτεια ξεκίνησε. Θυμάμαι να διακατέχομαι από έντονα συναισθήματα αδημονίας μπροστά στο άγνωστο που είχα να ανακαλύψω. Γιώργος και Μηνάς εξαφανίστηκαν από προσώπου γης με γρήγορο πετάλι και απέμεινα μόνος (θα πείτε, τι πιο σύνηθες να συμβεί), αλλά η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν έχω απαίτηση από κάποιον να συμβαδίσει μαζί μου. Διατηρώ θα έλεγα ένα περίεργο, ιδιόρρυθμο τέμπο και όσους κατά καιρούς δέχονται να με ακολουθήσουν μπορώ με ευκολία να τους χαρακτηρίσω ήρωες!
Σιγά σιγά ξημέρωνε και θυμάμαι να ξεμακραίνω από τον Βόλο πιάνοντας τις πρώτες ανηφόρες μετά τα Λεχώνια. Ο ουρανός είχε έντονη συννεφιά αλλά όχι μαυρίλα, υπολόγιζα ότι σίγουρα θα με πιάσει βροχή χωρίς, όμως, αυτή να φαίνεται απειλητική. Εκείνη την ώρα φαινόταν να βρέχει προς το νότιο και κεντρικό Πήλιο στο οποίο κατευθυνόμουν. Η πρώτη ανάβαση βγήκε εύκολα μέχρι τον Άγιο Γεώργιο Νηλείας και ξεκίνησε αμέσως μετά η κατηφόρα που μέσω Πινακάτων με έφερε στο κοντρόλ της Βυζίτσας. Έφτασα εκεί και χάρηκα διότι είδα ότι ήμουν ακριβώς εντός χρονικού στόχου που είχα θέσει. Ένα πρώτο ενθαρρυντικό σημάδι ότι όλα θα πάνε καλά.
Η κατάβαση συνεχίστηκε, πέρασα τις Μηλιές, φωτογράφισα το ποδήλατο στο επόμενο κοντρόλ κάτω στη διασταύρωση για Κορώπι και συνέχισα νότια προς Αργαλαστή. Μετά το κοντρόλ, κάπου μετά το Κορώπι ξεκίνησαν να με υποδέχονται οι πρώτες ψιχάλες. Δεν ανησύχησα καθώς έβλεπα ότι ο καιρός δεν ήταν πολύ «πλακωμένος», μάλλον υπό συνοδεία ψιλόβροχου θα συνεχιζόταν το ταξίδι και όχι κάτι περισσότερο. Όπως και έγινε. Ποδηλατούσα επί δύο ώρες με πολύ απαλή βροχή, από εκείνες τις ευλογημένες βροχές που αρκούν για να δροσίζουν την πλάση γύρω σου και να δημιουργούν μια υπέροχη ησυχία και εκείνο το ανεπανάληπτο συναίσθημα του να ποδηλατείς και να ακούς μόνο τον ήχο του ψιλόβροχου ανάμεσα στα δέντρα του δάσους, σημάδι ότι ο θεός δεν σε ξέχασε.
(Σιγανό ψιλόβροχο μέσα στους ελαιώνες)
Λίγο πριν το Προμύρι η βροχή σταμάτησε τελείως και δεν με ξανάπιασε ποτέ πια. Απόκοσμη ησυχία επικρατούσε και σύντομα έφτασα στο επόμενο κοντρόλ, στον οικισμό Λύρη, όπου με πήραν τηλέφωνο ο Γιώργος και ο Μηνάς για να με ρωτήσουν πού βρίσκομαι. Τους είπα και διέκρινα μια έκπληξη στις αντιδράσεις τους, περίμεναν να με έχουν αφήσει 50 χιλιόμετρα πίσω! Είμαστε κι εμείς γρήγοροι, παιδιά, ας μην σας γεμίζουμε το μάτι!
Γιώργος και Μηνάς βρίσκονταν ελάχιστα μπροστά, έκοψαν λίγο ρυθμό και σύντομα συναντηθήκαμε στην κατηφόρα πριν τη Μηλίνα. Για έναν μεταφυσικό λόγο, μάλιστα, είχα βρεθεί μπροστά τους. Ο καιρός ήταν μόνιμα συννεφιασμένος, αλλά χωρίς πλέον να δείχνει ότι θα υπάρχει έστω μικρή πιθανότητα να βρέξει ξανά. Όλα πήγαιναν περίφημα, στη Μηλίνα συμπληρώθηκαν τα πρώτα 100 χιλιόμετρα και περίπου 2.500 υψομετρικά (σε 6 ώρες και 40 λεπτά, καθόλου άσχημα) και συνεχίσαμε τριάδα νοτιοδυτικά προς το Τρίκερι και την Αγία Μαρίνα σε επίπεδο τερέν που οι γρήγοροι φίλοι μου έδειξαν τις αρετές τους στο σπριντ και σύντομα απέμεινα να χαζεύω μόνος μου τον Παγασητικό στα δεξιά μου.
Η διαδρομή ήταν απολαυστική και ήσυχη. Έφτασα στο Τρίκερι, έβγαλα τη φωτογραφία κοντρόλ και κατηφόρισα σβέλτα προς τη γραφική και παραθαλάσσια Αγία Κυριακή όπου ήταν και πάλι σημείο κοντρόλ μετά από 4 μόλις χιλιόμετρα. Εκεί πέτυχα και πάλι τα παιδιά που είχαν αράξει σε ταβερνάκι πρώτο τραπέζι κύμα και ετοιμάζονταν να επιτεθούν σε ό,τι είχαν παραγγείλει, χαιρέτησα βιαστικά (δεν έχω τέτοιες πολυτέλειες για στάσεις εγώ) και συνέχισα. Έβγαλα αυτή την όμορφη φωτογραφία στο λιμανάκι της Αγίας Κυριακής που ήταν το σημείο κοντρόλ, χτύπησα στα γρήγορα ένα δυνατό σάντουιτς από την τσάντα της σχάρας μου και πήρα τον δρόμο πάλι για Μηλίνα και επιστροφή προς Βορρά.
(Στο λιμανάκι της Αγίας Κυριακής)
Πέρασα τη Μηλίνα και το Χόρτο και συνέχισα ήπια ανηφορικά προς Αργαλαστή. Απώτερος στόχος ήταν να φτάσω στο Χορευτό (χιλιόμετρο 220) σε λιγότερο από 15 ώρες. Το θεωρούσα κομβικό αυτό το χρονικό σημείο για να είμαι εκεί. Πλησιάζοντας στην Τσαγκαράδα, ο ήλιος είχε αρχίσει ήδη να πέφτει για τα καλά και παρατήρησα ότι είχα καλύψει ήδη 200 χιλιόμετρα και 4.000 υψομετρικά σε ακριβώς 13 ώρες. Ένιωθα πολύ καλά καθώς έβλεπα ότι είμαι εντός σε όλα τα χρονικά πλαίσια που είχα καθορίσει πολλές μέρες πριν την εκκίνηση. Άναψα φώτα, έβαλα γιλέκο και, αφού πέρασα το Ανήλιο, πήρα την απότομη κατηφόρα για Χορευτό, όπου εκεί στην είσοδο του γνωστού κάμπινγκ ήταν το επόμενο σημείο κοντρόλ. Η ώρα που τραβήχτηκε η φωτογραφία κοντρόλ ήταν 20:12. Με εκκίνηση στις 06:00 το πρωί, είχα χρειαστεί 14 ώρες και 12 λεπτά για 220 χιλιόμετρα μέχρι εκεί, ο στόχος που είχα θέσει ήταν αυτά να γίνουν σε κάτω από 15 ώρες. Τα είχα καταφέρει για τα καλά. Έβαλα ένα χαμόγελο σιγουριάς και αισιοδοξίας, επιβράβευσα τον εαυτό μου με δύο κρουασάν από το βάθος της τσάντας και ξεκίνησα με θάρρος για το ένα από τα δύο δυσκολότερα κομμάτια ολόκληρης της SR-600. Την ανάβαση Χορευτό – Χάνια, μια συνεχόμενη τρομερή ανηφόρα 27 χιλιομέτρων που κερδίζεις 1.230 θετικά υψομετρικά.
Η ανάβαση χαρακτηρίζεται όχι από μεγάλες ή ακραίες κλίσεις, αλλά έχει υψηλό βαθμό δυσκολίας λόγω του μήκους της. Τα 27 συνεχόμενα χιλιόμετρα ανηφόρας σε εξαντλούν, πόσο μάλλον αν αυτά έρχονται αφού έχεις ήδη κάνει 220 χιλιόμετρα ως εκεί. Ποδηλατούσα αργά αργά κρατώντας δυνάμεις μέσα στο απόλυτο σκοτάδι και την ηρεμία της νύχτας, έτρωγα που και που και κανένα μήλο που άρπαζα βιαστικά από τελάρα που βρίσκονταν στην άκρη του δρόμου και ξέπλενα με το παγούρι μου (υπέροχη γεύση εκείνα τα μήλα, είναι κάτι που μου έμεινε έντονα από αυτό το 600αρι) μέχρι που έφτασα στη Ζαγορά, όπου έκανα μια μικρή στάση για να γεμίσω νερό τα παγούρια από την κεντρική βρύση. Τότε ήταν που διαπίστωσα ότι κάτι έλειπε από το ποδήλατο. Τι έλειπε;
Το ταμπελάκι! Το ταμπελάκι δεν ήταν στη θέση του! Γενικώς δεν ήταν πουθενά! Μιλάμε για το ταμπελάκι που βάσει κανονισμών πρέπει να φαίνεται υποχρεωτικά πάνω στο ποδήλατο σε κάθε φωτογραφία κοντρόλ. Λόγω του ότι είχα αμελήσει να το στερεώσω πάνω στον σκελετό με tyre up, το είχα μονίμως στο τσαντάκι του λαιμού και σε κάθε κοντρόλ το έβγαζα, το έβαζα κάπου πάνω στο ποδήλατο να φαίνεται, έβγαζα τη φωτογραφία και το ξανάβαζα στη θέση του. Το ίδιο είχα κάνει και στο τελευταίο μέχρι εκείνη την ώρα κοντρόλ, στο Χορευτό. Μόλις, όμως, έφτασα στην Ζαγορά, μετά από 8 χιλιόμετρα ανηφόρας, είδα το φερμουάρ στο τσαντάκι ανοιχτό και με απογοήτευση συνειδητοποίησα ότι εκεί έβαζα το ταμπελάκι, το οποίο όμως τώρα δεν υπήρχε πουθενά, είχε κάνει φτερά. Κατά πάσα πιθανότητα, σκέφτηκα, αμέσως μετά τη φωτογραφία κοντρόλ στο κάμπινγκ του Χορευτού θα ξέχασα να το βάλω στη θέση του και αυτό σίγουρα θα έπεσε κάπου εκεί. Αιωνία του η μνήμη, ας είναι. Θα συνεχίσω, θα βγάζω κανονικά τις φωτογραφίες χωρίς, όμως, ταμπελάκι και το πολύ πολύ θα απωλέσω (σωστά και δίκαια αφού έτσι λένε οι κανόνες) το homologation. Εκείνη την ώρα απέκλεισα δύο πράγματα: πρώτον, να εγκαταλείψω την προσπάθεια. Είχα έρθει εκεί για να κάνω ταξίδι 600 χιλιομέτρων, θα το έκανα με ή χωρίς homologation. Δεύτερον, απέκλεισα το ενδεχόμενο να πάρω την κατηφόρα μέχρι το Χορευτό και να ψάξω το ταμπελάκι κάπου εκεί στην είσοδο του κάμπινγκ που ίσως θα είχε πέσει. Το θεώρησα εντελώς άσκοπο, μιλάμε για 8 χιλιόμετρα ξερής ανηφόρας και στην τελική μπορεί και να μην το έβρισκα καν. Έτσι, πήρα την απόφαση να συνεχίσω σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Τότε ήταν που χτύπησε το τηλέφωνο.
Ήταν ο Μηνάς. Τους είχα αφήσει πίσω μετά την Αγία Κυριακή και δεν είχαμε συναντηθεί ξανά από εκείνη τη στιγμή και μετά. Το σήκωσα:
- Έλα, Μηνά.
- Βασίλη, πού βρίσκεσαι;
- Ζαγορά. Εσείς;
- Τώρα μόλις κάναμε το κοντρόλ στο Χορευτό. Όλα καλά;
- Όλα καλά, φίλε, εκτός από ένα. Έχασα το ταμπελάκι.
- Πού το έχασες;
- Σάμπως ξέρω; Κάπου θα έπεσε.
- Και τι θα κάνεις τώρα;
- Τίποτα, τι να κάνω; Θα συνεχίσω.
- Έλα, μην αγχώνεσαι. Το βρήκα και το έχω εγώ το ταμπελάκι σου!
- Τι λες τώρα, ρε φίλε! Πού το βρήκες;
- Εδώ στην είσοδο του κάμπινγκ στο Χορευτό που βγάζαμε τις φωτογραφίες, κοίταξα τυχαία παραδίπλα και το βρήκα! Το είχε πάρει ο αέρας και το είχε πάει πιο πέρα.
- Απίστευτο!
Τελικά, όντως, το ταμπελάκι είχε βρεθεί! Λιγάκι πιο ανακουφισμένος τώρα, συνέχισα την ανάβαση μέσα στη νύχτα μέχρι τα Χάνια. Απόλυτη ησυχία, μια χρυσή μοναξιά μέσα στο δάσος. Δεν ακουγόταν τίποτα. Έφτασα στην κορυφή. Η σκληρή ανηφόρα των 27 χιλιομέτρων είχε επιτέλους τελειώσει μετά από 3 ώρες. Με αίσθημα κατάφασης και σιγουριάς, φόρεσα το αντιανεμικό και το περιλαίμιο full face και ξεκίνησα την ίση σε χιλιόμετρα απολαυστική κατηφόρα που μία ώρα μετά μέσω Πορταριάς με έφερε στο κέντρο του Βόλου. Στην είσοδο του λιμανιού για κοντρόλ δεν μπορούσα να πάω, αφού δεν είχα το ταμπελάκι, οπότε προχώρησα κατευθείαν για το ξενοδοχείο που είχαμε μείνει και το προηγούμενο βράδυ και άφησα το κοντρόλ για το πρωί, μόλις θα είχα το πολύπαθο ταμπελάκι στα χέρια μου από τον Μηνά.
(Αλανιάρικο ταμπελάκι...ήθελε μπάνιο στο Χορευτό)
Έφτασα στο ξενοδοχείο μετά από 273 χιλιόμετρα στις 00:30 μετά τα μεσάνυχτα. Είχα κάνει 18 ώρες και 30 λεπτά, μισή ώρα λιγότερο από αυτό που είχα υπολογίσει (είχα βάλει ως στόχο εξαρχής να μην κάνω πάνω από 19 ώρες). Είχα ξεφορτωθεί 5.500 υψομετρικά και όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν πολύ καλά. Σωματικά και πνευματικά ένιωθα εξαιρετικά, με τη δικαιολογημένη κούραση να μην είναι πρόβλημα καθώς, αφού έκανα στα γρήγορα ένα μπάνιο και έφαγα λίγα τορτελίνια και δυο αυγά που είχα στο τάπερ στο ψυγείο από την προηγούμενη μέρα, έπεσα στο κρεβάτι και ο ύπνος πρέπει να με πήρε σε μιλισεκόντ. Σαν σε όνειρο μέσα στον ύπνο μου αντιλήφθηκα φευγαλέα να μπαίνει στο δωμάτιο κάποια στιγμή και ο Μηνάς, κάτι είπαμε που δεν θυμάμαι καν, άλλωστε ακόμα και Όρκ να έμπαιναν εκείνη την ώρα στο δωμάτιο θα τους έλεγα απλώς να πάρουν ό,τι θέλουν και να με αφήσουν όπως είμαι να κοιμάμαι!
Κοιμηθήκαμε περίπου 6 ώρες. Το πρωί ο Μηνάς με ενημέρωσε ότι ο Γιώργος δεν θα συνεχίσει την προσπάθεια, οπότε συμφωνήσαμε να το πάμε παρέα μέχρι τέλους. Μου έδωσε το θρυλικό πια ταμπελάκι μου, κατεβήκαμε στο λιμάνι και ώρα 07:56 βγήκε η φωτογραφία του κοντρόλ.
Η αναχώρηση από τον Βόλο σήμαινε ότι θα επιστρέφαμε πλέον εκεί μετά από 330 χιλιόμετρα για τον τερματισμό. Συνεπώς, έπρεπε να πάρουμε μαζί μας οτιδήποτε θεωρούσαμε σημαντικό και απαραίτητο γι’ αυτά τα 330 χιλιόμετρα, τα οποία περιλάμβαναν και μία διανυκτέρευση στην ύπαιθρο, άγνωστο πού ακριβώς, αλλά, με βάση τον σχεδιασμό, αυτό θα συνέβαινε μάλλον στο Στόμιο. Με συνοπτικές διαδικασίες είχαν φορτωθεί στα ποδήλατα υπνόσακοι και αλουμινοκουβέρτες και η δεύτερη μέρα της περιπέτειας ξεκίνησε.
Τα πρώτα 50 χιλιόμετρα αυτής της δεύτερης μέρας ήταν αρκετά εύκολα, σε ευθείες και όμορφα τοπία δίπλα στην λίμνη Κάρλα, μέχρι που φτάσαμε στο Καλαμάκι όπου ξεκίνησε μια ανηφόρα που αποδείχτηκε δυνατός τοίχος. Η αλήθεια είναι ότι κάτι είχα ακούσει και διαβάσει γι’ αυτή από διηγήσεις άλλων ποδηλατών, αλλά καταθέτω ευθέως ότι όχι μόνο με δυσκόλεψε πάρα πολύ, αλλά θα έλεγα κιόλας ότι κόντεψε να με γονατίσει. 14 σκληρά χιλιόμετρα που προσθέτουν κάπου 800 θετικά υψομετρικά και με βαρύ ποδήλατο, δεν το λες και αστείο. Αφού ξεπεράστηκε κι αυτό και ξεκορφίσαμε, ακολούθησε μια πολύ γρήγορη κατάβαση στις ανατολικές πλαγιές του Πηλίου μέχρι τη θάλασσα, εκεί όπου μετά το Κάτω Πολυδένδρι (σημείο κοντρόλ εκεί) σταματήσαμε για λίγο στον Αγιόκαμπο για ανεφοδιασμό. Εκεί συνέβη ένα ακόμα αξιοθαύμαστο και στατιστικά απίθανο γεγονός, το δεύτερο σε αυτή την SR-600 μετά το συμβάν με το αρχικά απολωλός και στη συνέχεια ανευρεθέν ταμπελάκι.
Φτάνουμε, λοιπόν, στον Αγιόκαμπο μεσημεριάτικα, γύρω στις 13:30. Εκεί παρατηρώ ότι η μπαταρία του κινητού λιγοστεύει επικίνδυνα, είναι κάτω από 30% και έχω ακόμα μπροστά μου περίπου 250 χιλιόμετρα για τον τερματισμό. Μάλλον το προηγούμενο βράδυ, μέσα στην κούραση και τη θολούρα, είχα ξεχάσει να το φορτίσω στο ξενοδοχείο. Έχω, βέβαια, μαζί μου το powerbank πλήρως γεμάτο, αλλά σκέφτομαι ότι για τον τερματισμό έχω ακόμα μπροστά μου τουλάχιστον 24 ώρες και είναι λίγο παρακινδυνευμένο να ξοδέψω από τόσο νωρίς την ενέργεια της συσκευής. Στην τελική θα το κάνω, βέβαια, αλλά καλό είναι να αναζητήσω πρώτα μία καφετέρια ή κάτι ανοιχτό και να φορτίσω το κινητό. Τα πάντα, ωστόσο, ήταν κλειστά. Κοιτάζω από δω, κοιτάζω από κει, τίποτα. Και τότε συμβαίνει το στατιστικά απίθανο! Από ένα κλειστό και εγκαταλειμμένο μαγαζί, κάτω από την πόρτα της βιτρίνας βλέπω να βγαίνει ένα καλώδιο που καταλήγει σε πολύμπριζο. Ακόμα κι αν αυτό μπορεί να συμβαίνει κάπως, το να έχει ρεύμα ταυτόχρονα δεν μπορεί να συμβαίνει. Ποτέ δεν ξέρεις, σκέφτομαι. Βγάζω τον φορτιστή, τον τοποθετώ στο πολύπριζο, συνδέω το κινητό και, θαύμα θαύμα! Φορτίζει κανονικά! Ο καλός θεός αγαπάει τον (ξεχασιάρη και αφηρημένο) randonneur! Ο Μηνάς γελάει.

(Τι πιθανότητες υπήρχαν να συμβεί;)
Μετά από λίγο το κινητό είχε πλέον φορτίσει σε ανεκτό βαθμό. Εκμεταλλευτήκαμε αυτή τη μικρή αναμονή για ξεκούραση και σύντομα αναχωρήσαμε για άλλες πολιτείες και συγκεκριμένα για την Αγιά σε μια διαδρομή που ομολογώ ότι δεν τη θυμάμαι σχεδόν καθόλου, δεν ξέρω γιατί. Ενώ γενικώς στις διαδρομές μου έχω φωτογραφική μνήμη και στη συγκεκριμένη, ειδικά, θυμάμαι σχεδόν απέξω και τα 600 χιλιόμετρα της περιπέτειας, το κομμάτι των λίγων χιλιομέτρων Αγιόκαμπος – Αγιά το έχω χάσει τελείως. Τέλος πάντων, ας είναι.
Η επόμενη στάση της περιπλάνησης ήταν στο κοντρόλ της Μελιβοίας (378 χλμ). Φτάσαμε εκεί λίγο μετά τις 15:00 και ξεκινήσαμε με τον Μηνά να πηγαίνουμε πέρα δώθε μέσα στο χωριό ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας ανηφόρες και πλακόστρωτα, ρωτώντας και ξαναρωτώντας για να βρούμε το σημείο κοντρόλ. Αυτό συνέβη γιατί οι ξύλινες πινακίδες που ήταν το χαρακτηριστικό σημείο του κοντρόλ και είχα εγώ στο μυαλό μου, απλώς δεν υπήρχαν. Είχαν ξηλωθεί. Κανείς δεν μπορούσε να μας κατατοπίσει σχετικά με το πού βρίσκεται η βρύση που έπρεπε να βγάλουμε φωτογραφία το ποδήλατο, μέχρι που ο Μηνάς ευτυχώς είχε την ιδέα να πάρει τηλέφωνο τον Δημ. Καλτσά (διοργανωτής) που επιτέλους μας έδωσε να καταλάβουμε σε ποια βρύση έπρεπε να πάμε. Δυστυχώς, όλο αυτό μας κόστισε τουλάχιστον μισή ώρα και έδωσε έξτρα, αχρείαστη κούραση.
Τα υπόλοιπα χιλιόμετρα που ακολούθησαν μέχρι το Κόκκινο Νερό ήταν κατηφορικά και ευθείες δίπλα στη θάλασσα. Στο Κόκκινο Νερό συμπληρώθηκαν 400 χιλιόμετρα και 7.700 υψομετρικά σε 35 ώρες και 26 λεπτά. Ήμουν περίπου 1 ώρα εκτός αρχικών πλάνων, δεν με προβλημάτιζε αυτό, απλώς είχα υπολογίσει και ήθελα να κάνω την ανάβαση του Κισσάβου υπό το φως της μέρας, για να μην χάσω τη θέα του υπέροχου τοπίου. Περάσαμε την Καρίτσα και πια ξεκίνησε και επίσημα η μεγαλύτερη ανάβαση της διαδρομής μέχρι την κορυφή του Κισσάβου στον Κάναλο. Ο ήλιος θα έδυε περίπου στις 19:00 το απόγευμα, οπότε ήταν δεδομένο πια ότι στην κορυφή θα ήμουν νύχτα.
Ξεκινώντας την ανάβαση χωρίσαμε με τον Μηνά ακολουθώντας ο καθένας τον δικό του ρυθμό. Θα συναντιόμασταν ούτως ή άλλως ξανά στο Στόμιο για να περάσουμε τη νύχτα. Εγώ πήγα μπροστά και για περίπου 45 λεπτά μέχρι να πέσει ο ήλιος μπόρεσα και θαύμασα την υπέροχη φύση γύρω μου καθώς το ποδήλατο ανέβαινε αργά μέσα στο δάσος με τις καστανιές. Εκεί είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου σαλαμάνδρα, την οποία και φωτογράφισα.
Λίγη ώρα αργότερα η πλάση πνίγηκε στο σκοτάδι. Άναψα φώτα, έβαλα γιλέκο και συνέχισα να πεταλάρω με σταθερό ρυθμό κερδίζοντας σταδιακά όλο και περισσότερο ύψος. Γενικά μπορώ να πω ότι ο Κίσσαβος δεν με κούρασε, θα τη χαρακτήριζα «γλυκιά» ανάβαση, δεν παρατήρησα ακραίες κλίσεις εκτός από ελάχιστα σημεία, κυρίως στα πρώτα και στα τελευταία χιλιόμετρα. Ωστόσο, τώρα θα διηγηθώ το highlight αυτής της ανάβασης, ένα ακόμα γεγονός από αυτή την περιπέτεια που θα θυμάμαι:
Έχοντας κάνει περίπου τα 3/4 της ανηφόρας, ακριβώς στη διασταύρωση για Σπηλιά, βρίσκω στη μέση του δρόμου μια σταματημένη μαύρη Mercedes. Σταμάτησα κι εγώ και κοίταξα. Μέσα στο αυτοκίνητο υπήρχε ένας γραβατωμένος κύριος όπου ήταν εμφανή δύο πράγματα σε αυτόν: τα πολλά κιλά και τα πολλά λεφτά. Κάμποσες φορές πάνε μαζί αυτά, χωρίς, όμως, να είναι κανόνας αυτός. Στη θέση του συνοδηγού βρισκόταν μια ξανθιά κυρία η οποία, μόλις με είδε να σταματώ και να πλησιάζω έσπευσε να κρύψει το πρόσωπό της γυρνώντας το κεφάλι και κοιτάζοντας έξω από το παράθυρό της. Το σκηνικό «μύριζε» εξωσυζυγική δουλειά για αμφότερους, ίσως ένα ρομαντικό διήμερο στο Πήλιο. Αλλά εμάς δεν μας πέφτει λόγος, βέβαια. Ο οδηγός είχε κατεβάσει το δικό του παράθυρο, με κοίταξε και μου λέει:
- Γεια σου φίλε! Για Καρίτσα από πού πάει;
- Από δω, όπως ανεβαίνω εγώ, του απάντησα.
- Μάλιστα, ευχαριστώ! Και να σε ρωτήσω ρε φίλε, τι κάνεις με το ποδήλατο εδώ πάνω τέτοια ώρα;
- Τι να σου λέω τώρα! Συμμετέχω σε έναν αγώνα, ας πούμε, αντοχής.
- Και δεν φοβάσαι; Αν βγει κανένας λύκος;
Κρατήθηκα. Έτσι όπως ήμουν εκείνη την ώρα, η απάντηση που έπρεπε να δώσω θα ήταν κάτι σε: «Αν συναντήσει εμένα κι εσένα ένας πεινασμένος λύκος, μάντεψε ποιος θα έχει το σοβαρότερο πρόβλημα». Αλλά, όπως είπα, κρατήθηκα:
- Δε βαριέσαι, του λέω. Δεν τους φοβάμαι! Πρόσεξε μόνο όπως θα κατεβαίνεις γιατί ανεβαίνει κι άλλος ποδηλάτης.
Χαιρετηθήκαμε κι έφυγε. Η κυρία δίπλα εξακολουθούσε να κρύβεται. Ο τύπος συνάντησε και τον Μηνά λίγο μετά, όπου είχε και με εκείνον μια αντίστοιχη στιχομυθία, η οποία, όμως, δεν περιλάμβανε λύκο αλλά αρκούδα!…
Συνέχισα να ανηφορίζω μέσα στο απόλυτο πυκνό σκοτάδι. Πλησιάζοντας την κορυφή έβλεπα μακριά στο βάθος τα χιλιάδες αναμμένα φώτα της Λάρισας και των άλλων χωριών, ενώ εγώ μόνος πάνω σε ένα φορτωμένο ποδήλατο αγκομαχούσα μέσα στη μαύρη νύχτα για να φτάσω στα 1.556 μέτρα στην κορυφή, στον Κάναλο. Το τελευταίο κομμάτι από τη διασταύρωση της Σπηλιάς μέχρι την κορυφή, ομολογώ ότι με κούρασε πολύ. Θυμάμαι να κάνω και «οχτάρια» σε κάποια σημεία με το ποδήλατο για να απαλύνω λίγο την κλίση.
Κάποτε έφτασα στην είσοδο του καταφυγίου. Έβγαλα τη φωτογραφία κοντρόλ και μάλλον γρήγορα πήρα την κατηφόρα και τον δρόμο της επιστροφής προς τη θάλασσα. Λυπήθηκα που δεν κατόρθωσα να βρίσκομαι εκεί με το φως της μέρας, από την άλλη όλο αυτό μέσα στο αχανές σκοτάδι είχε κάτι το βαθιά μυστηριακό και θα το θυμάμαι έντονα με νοσταλγία για πάντα. Κάθε κατάσταση, άλλωστε, έχει τα υπέρ και τα κατά. Την επόμενη φορά, πάντως, θα αλλάξω στρατηγική έτσι ώστε να βρεθώ στον Κάναλο μέρα.
(Κάναλος)
Κατηφορίζοντας συνάντησα τον Μηνά. Ήθελε λίγο ακόμα κι αυτός για την κορυφή, δώσαμε ραντεβού για ύπνο στην παραλία στο Στόμιο. Συνέχισα να κατεβαίνω και ξαφνικά το δυνατό μπροστινό μου φως τύφλωσε ένα μικρό ελάφι, μωρό ήταν, που έμεινε παγωμένο από τον φόβο του στη μέση του δρόμου. Πλησίασα πολύ κοντά, ήμουν έτοιμος να το αγγίξω σχεδόν, δεν το πίστευα ότι είχα αυτή την εμπειρία. Το ελαφάκι ξαφνικά άρχισε να τρέχει πέρα δώθε πηδώντας δεξιά κι αριστερά, χωρίς όμως να απομακρύνεται. Απροσδόκητα, ωστόσο, με δυο τρία πηδήματα έφυγε και χάθηκε για πάντα από τα μάτια μου μέσα στις καστανιές. Το ονόμασα Ακταίωνα, δεν ξέρω γιατί, έτσι μου ήρθε ενθυμούμενος ένα συμβάν από την ελληνική μυθολογία.
Συνέχισα την γρήγορη κατάβαση μέχρι σχεδόν κάτω στη θάλασσα προσέχοντας ιδιαίτερα, ωστόσο, να μην παίρνω ρίσκα μιας και δεν υπήρχε λόγος. Ήταν νύχτα, το οδόστρωμα ήταν μεν «χαλί», αλλά υπήρχαν χιλιάδες πεταμένα και πατημένα από αυτοκίνητα κάστανα πάνω του και φοβόμουν μήπως έχουμε καμία «πλαγιολίσθηση». Όλα καλά, πάντως, ήταν τρομερή ευκαιρία ξεκούρασης για τα πόδια αυτά τα 27 χιλιόμετρα κατηφόρας. Έφτασα στη διασταύρωση, έστριψα αριστερά και κατευθύνθηκα προς Στόμιο για να περιμένω τον Μηνά.
Το Στόμιο θύμιζε χωριό – φάντασμα. Έξω δεν υπήρχε ούτε γάτα, τα πάντα ήταν κλειστά αλλά κάνοντας μια βόλτα προς την παραλία για να βρω ένα σημείο διανυκτέρευσης πέτυχα μια μικρή ταβέρνα που ο μοναδικός άνθρωπος που υπήρχε εκεί, ο ιδιοκτήτης, ετοιμαζόταν να σβήσει τα φώτα και να κλείσει. Ευτυχώς τον πρόλαβα, χτύπησα στα γρήγορα δύο κοκα-κόλες, είπαμε δυο λόγια και πήγα προς την ακτή όπου είχα από πριν εντοπίσει ξαπλώστρες. Το μέρος έμοιαζε ιδανικό και ήσυχο. Μετά από λίγα λεπτά ήρθε και ο Μηνάς και ξεκινήσαμε σβέλτα να ετοιμαζόμαστε για έναν ύπνο σε ξενοδοχείο χιλίων αστέρων! Πάνω στην ξαπλώστρα έστρωσα την αλουμινοκουβέρτα – bivy και μέσα σε αυτή έβαλα τον υπνόσακο. Φόρεσα στεγνά ρούχα πάνω – κάτω, πήρα κινητό, powerbank και φακό μέσα σε αυτό το υποτυπώδες «ιγκλού» για να τα προστατεύσω από την υγρασία, βάλαμε ξυπνητήρι να χτυπήσει στις 05:00 (η ώρα εκείνη τη στιγμή, αν θυμάμαι καλά ήταν περίπου 23:00) και σε λίγα λεπτά μας είχε πάρει ο ύπνος.
(Και με ομπρέλες για το φεγγάρι..)
Μια τέτοια κατάσταση δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει και κάποιο σουρεάλ – κωμικό φαινόμενο, από αυτά που σου μένουν στο μυαλό για πάντα και τα διηγείσαι εφ’ όρου ζωής. Πράγματι, ένα τέτοιο φαινόμενο συνέβη και σε εμάς. Το διηγούμαι ευθύς αμέσως:
Δεν θυμάμαι τι όνειρο έβλεπα και αν έβλεπα κάποιο όνειρο, πάντως οι φωνές του Μηνά που με ξύπνησαν άρον άρον δεν ήταν όνειρο αλλά πραγματικές!
- Βασίλη! Βασίλη! Σήκω, βγήκε η θάλασσα έξω!
Ανοίγω τα μάτια. Το νερό είχε φτάσει μέχρι τη μέση του ύψους της ξαπλώστρας και μέχρι λίγο κάτω από τον δισκοβραχίονα του ποδηλάτου που το είχα ακριβώς δίπλα μου. Ευτυχώς δεν είχα αφήσει τίποτα κάτω, ακόμα και το κράνος και τα παπούτσια τα είχα βάλει πάνω στη διπλανή ξαπλώστρα. Πετάγομαι και αντικρύζω το σουρεάλ σκηνικό, η θάλασσα να έχει φουσκώσει και να έχει βγει έξω στη ακτή και δυο ποδηλάτες ξαπλωμένοι και τυλιγμένοι με αλουμινοκουβέρτα στις ξαπλώστρες να μοιάζουν σαν τον Χέιερνταλ, εκείνον τον παλιό Νορβηγό που διάβηκε τον Ατλαντικό πάνω σε μια σχεδία. Οι πρώτες ξαπλώστρες μπροστά ακριβώς στη θάλασσα είχαν καλυφθεί σχεδόν τελείως από το νερό, εμείς είχαμε κατασκηνώσει στην τρίτη, αν δεν κάνω λάθος, σειρά. Τέλος πάντων, αφού ξυπνήσαμε και υπό τέτοιες συνθήκες δεν προβλεπόταν να κοιμηθούμε περισσότερο, κοιτάξαμε το ρολόι και έδειχνε 04:15. Βάσει προγράμματος είχαμε περιθώριο ακόμα 45 λεπτά ύπνου, αλλά κατόπιν κοινής συνεννόησης διαπιστώσαμε αμφότεροι ότι νιώθαμε αρκετά καλά και ξεκούραστοι. Ο θαλασσινός αέρας που μας κοίμιζε στην αγκαλιά του για 5 ώρες μας είχε πάρει όλη την κούραση.
Αποφασίσαμε να σηκωθούμε και να ετοιμαστούμε για αναχώρηση. Ο χρόνος πια δεν μας απειλούσε, είχαμε πλέον περιθώριο 13 ώρες για να κάνουμε τα τελευταία 150 χιλιόμετρα (2.000 υψομετρικά) που απέμεναν μέχρι τον τερματισμό.
Μηνά, ευχαριστώ φίλε για το ξύπνημα! Αν δεν ήσουν εκεί θα γινόταν viral η είδηση: «Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας. Το λιμενικό στη Μαγνησία ψάχνει ποδηλάτη που πλέει μεσοπέλαγα πάνω σε ξαπλώστρα»! Αυτά. Συνεχίζουμε.
Ξεκινήσαμε με καλό ρυθμό από το Στόμιο και γρήγορα φτάσαμε στο Ομόλιο για το κοντρόλ μπροστά στην εκκλησία. Στη συνέχεια περάσαμε την πολύπαθη κοιλάδα των Τεμπών και το ξημέρωμα μας βρήκε κάπου λίγο πριν το Συκούριο. Δεν έκανε κρύο αλλά είχε αυτή την σκληρή υγρασία για την οποία φημίζονται οι κάμποι και, κυρίως, ο κάμπος της Λάρισας. Στο Συκούριο κάναμε μια σύντομη στάση για ανεφοδιασμό σε έναν φούρνο – καφετέρια και φύγαμε σβέλτα προς τα νότια προκειμένου να ξεκινήσει η τελευταία ανάβαση αυτής της SR-600, η ανηφόρα από το χωριό Δήμητρα προς την Ανατολή.
Τα 15 περίπου χιλιόμετρα της ανηφόρας αυτής θέλουν σεβασμό, το είχα σημειωμένο στο μυαλό μου πολύ καλά αυτό. Εκτός από κανα-δυο σημεία, δεν υπάρχουν ακραίες ή ζόρικες κλίσεις αλλά, η αλήθεια είναι, ότι εάν μετά από 520 χιλιόμετρα έρθεις αντιμέτωπος με μια τέτοια συνεχόμενη ανηφόρα δεν θέλει και πολύ για να σε λυγίσει. Θεωρώ ότι η ανάβαση αυτή θέλει υπομονή. Στα υπέρ είναι και η θετική ψυχολογική διάθεση που θα βρεθεί ο ποδηλάτης, ο οποίος θα γνωρίζει πολύ καλά ότι τα δύσκολα έχουν πια τελειώσει και η άφιξή του στην Ανατολή σηματοδοτεί το γεγονός ότι βρίσκεται μόλις 80 εύκολα χιλιόμετρα μακριά από το λιμάνι του Βόλο που το ταξίδι τελειώνει.
(Ανεβαίνοντας προς Ανατολή)
Φτάσαμε στη γραφική Ανατολή στις 10:50 το πρωί. Βγήκε η φωτογραφία του κοντρόλ στην πέτρινη βρύση της πλατείας και συνεχίσαμε για πολύ λίγο ακόμα ανηφορικά, ενώ αμέσως μετά ακολούθησε η γρήγορη κατάβαση σε όμορφο τοπίο με μηλιές και καστανιές. Αφήνοντας πίσω μας τα χωριά Μεγαλόβρυσο και Μεταξοχώρι, φτάσαμε επιτέλους και πάλι στον κάμπο και στις γρήγορες ευθείες του. Δύο ώρες μετά είχαμε φτάσει στο κοντρόλ της Κερασιάς. Για κάποιο λόγο πολύ μου άρεσε η βρύση αυτού του χωριού, ίσως τη συνέδεσα και με το γεγονός ότι εκεί συνάντησα και με χαιρέτησε μια γιαγιά με τη μικρή εγγονούλα της και θυμήθηκα τις δικές μου κόρες. Αναρτώ τη φωτογραφία από τη βρύση της Κερασιάς, τιμήν ένεκεν για την ιστορία:
Η ώρα ήταν 14:37. Μας απέμεναν 20 χιλιόμετρα και είχαμε μπροστά μας 3,5 ώρες. Το ηθικό ήταν στα ύψη και δεν μπόρεσε να μας το χαλάσει ούτε ένα σπαστικό πάνω-κάτω που από το πουθενά προσθέτει σχεδόν 400 θετικά υψομετρικά στα υψώματα και στους λόφους βόρεια της πόλης του Βόλου. Σύντομα, όμως, ακόμα κι αυτά ήταν παρελθόν και λίγο μετά τα Γλαφυρά ξεκίνησε η μεγάλη και απολαυστική κατάβαση που σε χρόνο – μηδέν μας έφερε μέχρι το κέντρο του Βόλου. Κοντά στο σημείο του τερματισμού, σταμάτησα κι έβγαλα μια αναμνηστική φωτογραφία του ποδηλάτου μπροστά στην επιγραφή με το όνομα της πόλης που πολύ αγάπησα όταν έζησα εκεί κάποιους όμορφους μήνες πριν κάμποσα χρόνια που υπηρέτησα τη στρατιωτική θητεία.
Στον τερματισμό με περίμενε ο Μηνάς. Είχε τερματίσει λίγα λεπτά νωρίτερα μέχρι εγώ να βγάλω τη φωτογραφία στην είσοδο της πόλης. Η ώρα ήταν 16:00, η προσπάθεια ολοκληρώθηκε με επιτυχία σε ακριβώς 58 ώρες (38 ώρες ποδηλασίας και 20 ώρες στάσεων).
Ακολούθησε η φωτογραφία του θριάμβου. Για ανθρώπους που μόλις έκαναν 621 χιλιόμετρα (11 περισσότερα από τα επίσημα χιλιόμετρα της διαδρομής) και 11.500 υψομετρικά, μια χαρά κρατιόμαστε!
Θα έχω για πάντα όμορφες αναμνήσεις από αυτή τη Super Randonnee. Ήταν, άλλωστε, η πρώτη φορά που πήρα μέρος σε μια τέτοια και, οπωσδήποτε, αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για να έχει μια ξεχωριστή θέση στη μνήμη μου. Ευχαριστώ πολύ τους φίλους Γιώργο και Μηνά για τη συντροφιά σε αυτό το ταξίδι. Είμαι σίγουρος πως θα τα ξαναπούμε.
Σίγουρα η συγκεκριμένη SR-600 θα ξαναγίνει. Πότε και πώς, άγνωστο ακόμα. Ελπίζω, πάντως, σύντομα.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου